Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013








ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΚΩΜΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Από μια κλωστή κρέμονται οι αντοχές μας και μεις
από την ίδια.
Και αλίμονο αν διανοηθώ πως κόπηκε και αυτή και κρέμομαι σαν σφάγιο στο κενό.

Τα βήματα μας σέρνουν οι μασκοφόροι του έρωτα
οι τελευταίοι πλάνοι και πλανόδιοι
σε καρουζέλ σε πηγαίνω βόλτα τα Σαββατοκύριακα μα εσύ διαλέγεις το γύρο του θανάτου.

Όταν εσύ θα διαβάζεις αυτά τα ανέκδοτα
εγώ θα χω γίνει μια χούφτα διαλυμένη σκόνη
και θα γελώ πνιγμένη από τη πολλή σοβαρότητα που κανείς ποτέ δε πήρε στα σοβαρά.
το άκρον άωτον του γελοίου.

Και έπειτα αποφασίσαμε να δώσουμε μια σπίθα, μια χαραμάδα ελπίδα
Ώστε να μπροστά στον υπέρτατο σκοπό της Ποίησης μεμπτό τίποτα να μην έχουμε.
Μα γίνεται από την άβυσσο να δεις το φως; Ναι, γίνεται μα ναι θαμπό και μακρινό
και αυτή η ζωή δε φτάνει.



Δε φτάνει αυτή η ζωή να διορθώσεις και να ζήσεις ταυτόχρονά.
Διγαμία το πε ο Ποιητής, με άλλα λόγια τον αντιγράφω.
Σε ετούτους τους καιρούς οι κόπιες φτιάχνουν κόμμα.

Παγίδα στήνει ο κυνηγός πάλι σε αγριόπαπια
ζωή που ναι τα καταφύγια σου;
Έστησες μόνο οδοδείκτες για τους οίκους ανοχής σου
και έγινε η δικιά μας ανοχή βασίλειο.

Σαν βρικόλακες της μέρας γυρνούμε και πίνουμε ο ένας
το αίμα του άλλου και το βράδυ τρέχουμε στο τάφο μας να μπούμε.
Έχω πολύ καιρό ν’ ακούσω ένα πουλί πριν προλάβει η άνοιξη να το καλέσει.
Κάθε Φλεβάρη φοβάμαι πως και αυτή δε θα ρθει και μου κλείνουν το μάτι
κάτι λευκοντυμένες μυγδαλιές.

Απ’ τα πλωτά καράβια έβγαλα εισιτήριο και μη γελάς γιατί
θα φτάσω πιο μακριά από σένα που κουνάς μαντήλια.
Και έτσι θα γυρίζεις μια μέρα απ τη δουλειά με βαριά καρδιά
και πόδια βαριά στο χώμα καρφωμένα και απ τη ζωή απηυδισμένος
αν ψάξεις για κάτι ζωντανό και λείπω άγγιξε ένα δέντρο.

Διψώ για ελευθερία από επιλογές και εκλογές
για ελευθερία να μην αγχώνομαι καν για την ίδια την ελευθερία
ένα μακρύ σχοινί από μακριά ένα χέρι σφίγγει τη θηλειά.

Από το ίδιο σχοινί κρέμονται οι αντοχές μας
Φρεσκοσφαγμένα κρέατα από τσιγκέλια χασάπηδων
Παζαρεύονται ακόμα από φρούδες πολιτικές ελπίδες
κοινωνικά οράματα, φθηνά συναισθήματα, οικονομικά μεγέθη
και απαξίες πάσης φύσεως.

Πάσης φύσεως αγαθά άπλωσαν στο τραπέζι μου
και μέσα στη πολυαφθονία ξεχνώ και το σταυρό μου να κάνω
κάθε λογής φρούτα και συντηρητικά
και ξέχασα ποια είν’ η πρώτη ύλη.

Ζητώ και κάνω αίτηση όχι αξιώσεις και παράδες
όχι τιμές και δόξες μα ούτε καν αγάπη
ζητώ και παζαρεύω λίγο ελεύθερο χρόνο
να ονειρευτώ..

Δεν είμαι ζητιάνος και όμως ζητώ
να απαιτώ δεν έμαθα φοβάμαι να χω δίκιο
δε θέλω δίκιο και αναγνώριση ούτε και επίπλαστα
δικαιώματα και λόγια μεγάλα ελευθερίας.
ελευθερία κατευθυνόμενη να επιλέξεις αυτό
που σου αναλογεί ήδη.

Μόνο να με ξεχάσουν ζητώ, ήσυχα να με ξεχάσουν
να ζήσω και γω επιτέλους τη ζωή μου…

Και μεις, αν ποτέ υπήρξαμε εμείς
κλεισμένοι καθένας στο πολύτιμο μικρό πλανήτη του
κρυφά, παράνομα, αιρετικά συμπονούμε ακόμα ο ένας τον άλλον.

Εύη Τ.