Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΟΥΡΑΣΤΙΚΗ ΜΕΡΑ...

Δεν είμαι καθόλου φεμινίστρια. Πιστεύω απόλυτα στην άνιση κατανομή των ρόλων αλλά πιστεύω και στην ισοτιμία και αυτό είναι διαφορετικό από την ισότητα. Απλά συμβαίνει το εξής παράλογο! Οι μισές γυναίκες έχουν ξεχάσει το ρολο τους στον αγώνα να εξισωθούν με τους άντρες και οι άλλες μισές τα χουν πάρει όλα στη πλάτη τους πιστεύοντας πως έτσι θα αγαπηθούν ίσως περισσότερο.. Για τη δεύτερη κατηγορία αφιερωμένο το τραγούδι..έχω συναντήσει πολλές τέτοιες γυναίκες που αξίζουν τα παντελόνια περισσότερο από μερικά αντράκια!


ΑΝΤΙ ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΟΝ

Καμιά φορά νιώθω να εισβάλλει μέσα μου ένα κύμα απεριόριστης ελευθερίας. 
Όταν αποδεσμεύομαι συναισθηματικά από κάθε τι που με κρατά με πόνο και μάταιη ελπίδα, τότε ακριβώς νιώθω ότι μπορώ να πετάξω μακριά από κάθε κοινωνική σύμβαση. Και θυμάμαι και μακαρίζω μια *Κατερίνα, μια Μαρία, μια Σύλβια.. έτσι και αλλιώς-συνηθίζω να λέω καμιά φορά με θυμό- και που μας αγαπάνε τα αδηφάγα αρσενικά λάθος μας αγαπάνε. ’Η μήπως όχι;
Μα τι κρίμα, λίγο κρατάει αυτή η αναπτέρωση. Γιατί και η φύσις μας ζητά κάπου να υποταχτούμε, σε μια αρσενική μυρωδιά μέσα να χάσουμε όλο μας το είναι ασφαλές..Και τα βράδια όταν βλέπουμε εφιάλτες τρέχουμε κάπου να κουρνιάσουμε. Παρεξηγημένη λέξη και η υποταγή και βιαζόμαστε εξ αρχής να πατήσουμε με το άσπρο γοβάκι το μαύρο παπούτσι που στέκεται εκ των δεξιών..χμ… «Οπισθοχώρησης!!!» θα έλεγαν οι καλές μου φίλες.. Ανάγκη δια του ανήκειν θα έλεγα εγώ..
Άλλωστε, τι ειρωνεία, μόνον η ελεύθερη φύση, μόνον η ελεύθερη προσωπικότητα ζητά μετά μανίας να υποταχτεί σε μια αλήθεια, σε κείνη που δίπλα της αναγνωρίζει τον εαυτό της.. Έτσι έμαθα από μικρή το ένα να μη υπολογίζω αλλά τα δύο, και ας είναι η μονάδα η τελική κατάληξη και ας είναι το δύο απλά μία παραπλάνηση για τα παγωμένα βράδια..
Δε μας χρειάζονται άλλο φεμινίστριες, γεμίσαμε με δαύτες και πάντα καταλήγουμε για τρίχες να μιλάμε. Γυναίκες μας χρειάζονται. Είναι εύκολο να φορέσεις τα παντελόνια μα δύσκολο να σταθείς με το φουστάνι σου κόντρα στον Άνεμο..

Σημ: Κατερίνα Γώγου, Σύλβια Πλαθ, Μαρία Πολυδούρη: Ποιήτριες που αγωνίστηκαν για να διασώσουν το αληθινό και πνευματικό πρόσωπο της Γυναίκας, περά από φθηνές συνθηματολογίες.



ΕΙΜΑΙ Η ΠΕΡΣΕΦΩΝΗ ΜΕΡΟΣ Α

Η γυναίκα είναι σαν τη φύση.. Αν της αφαιρέσεις το μυστήριο έχεις μπροστά σου ένα άνυδρο ερειπωμένο τοπίο...


ΕΙΜΑΙ Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Τελειώνει η προθεσμία μου
απ το θάνατο δανείζομαι αγάπες.
Η ζωή δεν έχει να μου δώσει πάθος
και μένα με τραβάει το μαύρο
Το κόκκινο
το αίμα..
Μιλάω με τη σιωπή των νεκροταφείων
ερωτοτροπώ με την απουσία.
Η παρουσία με πνίγει.
Η προθεσμία μου τελειώνει.
Ποτέ μαζί με την αγάπη όμως..
Πάνω στη πλάτη μου στοιβάζονται οι εποχές.
Τρίζουν τα κόκκαλα μου από την αλλαγή τους.
Και τα βράδια κοιμάμαι πάντα με τον ίδιο αφέντη
μαύρος και αυτός σα θάνατος γλυκός.
Ξεγελά.
Και ονειρεύομαι κάποιον Ορφέα να περάσει ξανά από δω
για μένα αυτή τη φορά..
Πως σπάει αυτός ο κύκλος;
Φοβάμαι την άνοιξη να αγγίξω τα λουλούδια
κουβαλώ τη μυρωδιά τους τον επόμενο χειμώνα
στα μαύρα μου δώματα.. και είναι άδικο.
Και τι είναι δίκαιο.
Και η μάνα μου περιμένει στο πρώτο μπουμπούκι να με δει.
Πάντα μαυροφορεμένη.
Εκείνη θάβει τους νεκρούς μου.
Εγώ δε προλαβαίνω.
Τελειώνει η προθεσμία μου.
Και όλο λέω δε θα ξανάρθω την επόμενη άνοιξη
δε θα με ξεγελάσουν οι ελπίδες.
Και όλο λέω θα βασιλεύσω όπως μου πρέπει
στα σκοτεινά μου μέρη.
Μα το τραγούδι του έρωτα αντιλαλεί μεθυστικό στις κούφιες μου σπηλιές.
Και όλο ξανάρχομαι για μια ακόμα προθεσμία.
Είμαι η Περσεφόνη! Ε.Τ



-Τάσος Λειβαδίτης, «Γυναίκες»





-Τάσος Λειβαδίτης, «Γυναίκες»
(απόσπασμα από το «Καντάτα 1960»)

“…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…
Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.
Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τι ψάχνουμε
παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή-
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…”
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)