Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ

Σε μια παράσταση προχτές ο πρωταγωνιστής είπε στο τέλος κάτι σοφό.." χρειάζεται λίγο τρέλα στη ζωή για να κόβεις τον ομφάλιο λώρο, τον κάθε ομφάλιο λώρο και να νιώθεις επιτέλους ελεύθερος..." μα της μάνας ο δεσμός μόνο σαν χαθεί κόβεται..και αν κόβεται ποτέ..Χρόνια πολλά στις μανούλες μας και σε όλες τις μανούλες!
ΑΘΩΟΤΗΤΑ
Αν ήταν να σε ψάξω 
θα περίμενα με δακρυσμένα από το φως μάτια πίσω
από χιλιάδες Ανατολές μυρωμένων πρωινών.
Πίσω από τα μιας υποψίας μειδιάματα των Αγγέλων
στο τέμπλο της Εκκλησιάς μου.
Θα κοιμόμουν τα βράδια αγκαλιά με εφηβικά γράμματα
βουτηγμένα στο πρώτο σκίρτημα του έρωτα
που δε πρόλαβε να φορέσει το κοστούμι της ενοχής.
Αν δεν ήξερα που είσαι κρυμμένη Αθωότητα
θα σεργιάνιζα τους δρόμους που σημάδευαν
τα παιδιά της γειτονιάς μου ως τις καλύτερες κρυψώνες
και πριν η μνήμη σταματήσει το μέτρημα στα εκατό
θα κρυβόμουν εκεί διάφανη πίσω από τις πλαστικές καρέκλες
που έβαζαν οι γιαγιάδες μας μπροστά απ τις αυλόπορτες τους
και ξεγελούσαν τα καλοκαίρια τους με ελαφρές κουβέντες.
Μα ο θάνατος δε ξεγελιέται.
Και κάθε που έρχεται τραβάει μια κλωστή και ξεχειλώνει
Όλο και περισσότερο το ροδοκεντημένο σου φόρεμα.
Αθωότητα…
Και για να βρεις τη παλιά σου γειτονιά ακέραια
πρέπει να πας εκείνη τη γλυκιά ώρα του δειλινού, «Φως Iλαρόν Αγίας Δόξης»
στο κοιμητήριο και χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου να πέσεις με τη ψυχή σου
την καταματωμένη το σώμα σου το χιλιοπαραβιασμένο και τη καρδιά σου
δακρυσμένη στο τελευταίο πύργο του κάστρου σου, αθωότητα,
την ώρα που κλαίει για τα δικά της κάστρα,
να πέσεις στην αγκαλιά της μάνας Ε.Τ

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

αποσπασματα ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ Ρ.Μ.ΡΙΛΚΕ

... Βυθιστεῖτε μέσα στόν ἑαυτό σας, ἀναζητεῖστε τήν αἰτία πού σᾶς ἀναγκάζει νά γράφετε, δοκιμάστε ἄν οἱ ρίζες φυτρώνουν ἀπ' τίς πιό βαθειές γωνιές τῆς καρδιᾶς σας. Ἐξομολογηθεῖτε στόν ἑαυτό σας: θά πεθαίνατε τάχα, ἄν σᾶς ἀπαγόρευαν νά γράφετε; Τοῦτο, πρῶτ' ἀπ' ὅλα: ἀναρωτηθεῖτε, τήν πιό σιγηλή ὥρα τῆς νύχτας σας: «Πρέπει νά γράφω;» Σκαλίστε βαθειά μέσα σας νά βρεῖτε τήν ἀπόκριση. Κι ἄν ἡ ἀπόκριση αὐτή ἀντηχήσει καταφατικά... τότε πλάσετε τή ζωή σας σύμφωνα μ' αὐτή τήν ἀνάγκη. Ἡ ζωή σας ἀκόμα καί στήν πιό ἀδιάφορη, τήν πιό ἄδειαν ὥρα της, πρέπει νά γίνει σημάδι καί μάρτυρας αὐτῆς τῆς ὁρμῆς...»

«... Ἄν ἴσως ἡ καθημερινότητά σας σᾶς φαίνεται φτωχή, μή τήν καταφρονήσετε. Καταφρονεῖστε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας, πού δέν εἶναι ἀρκετά ποιητής καί δέν μπορεῖ νά καλέσει κοντά του τά πλούτη της...»

«... Ἕνα ἔργο τέχνης εἶναι ἄξιο μόνο σάν ξεπηδάει ἀπό μιάν ἀνάγκη...»
Ἀφῆστε κάθε ἐντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος νά ὡριμάζει μέσα σας, στό σκοτάδι, στό χῶρο τοῦ ἀνείπωτου, τοῦ ὑποσυνειδήτου, ὅπου δέν φτάνει ἡ νόησή σας. Καί μέ βαθειά ταπεινωσύνη κάι ὑπομονή, προσμείνετε τήν ὥρα πού θά γεννηθεῖ ἕνα καινούργιο φεγγοβόλημα: αὐτό, καί μόνο αὐτό, θά πεῖ «ζῶ τήν τέχνη»: εἴτε ἁπλός πιστός της εἶσαι, εἴτε δημιουργός.
Ὁ καιρός ἐδῶ δέν μετράει, ἕνας χρόνος δέν λογαριάζεται, δέκα χρόνια εἶναι ἕνα τίποτα. Καλλιτέχνης θά πεῖ: νά μή μετρᾶς, νά μή λογαριάζεις, νά ψηλώνεις ὅπως τό δέντρο, πού δέν βιάζει τό χυμό του, πού ἀδείλιαστο ἀψηφάει τίς ἀνοιξιάτικες μπόρες, χωρίς νά φοβᾶται μή δέν ἔρθει τό καλοκαίρι. Τό καλοκαίρι ἔρχεται. Ἔρχεται ὅμως μονάχα γιά κείνους πού ξέρουν νά προσμένουν ξένοιαστοι καί γαλήνιοι σάν νά ‘χανε μπροστά τους τήν αἰωνιότητα. Κάθε μέρα πού ‘ρχεται καί φεύγει μοῦ φέρνει ἐτούτη τή διδαχή - διδαχή πληρωμένη μέ πόνους, πού τούς χρωστῶ, ὡστόσο, χάρη: Ὑ π ο μ ο ν ή, αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστικό!...»

«...Οἱ ἄνθρωποι ἔχουνε βρεῖ γιά τό κάθε τί τήν εὐκολότερη (συμβατική) λύση, τήν εὐκολότερη ἀπ' ὅλες τίς εὔκολες λύσεις. Εἶναι ὡστόσο φανερό π
διαίσθησής μας - ἴσως τότε νά δεχόμαστε μέ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη τίς θλίψεις μας παρά τίς χαρές μας. Γιατί, τίς στιγμές αὐτές σάν κάτι καινούργιο σταλάζει ἐντός μας, κάτι Ἄγνωστο μᾶς διαπερνᾶ. Δειλή καί τρομαγμένη ἡ ψυχή μας βουβαίνεται, ὅλα μέσα μας παραμερίζουν, βαθειά γαλήνη ἁπλώνεται καί τό Καινούργιο, τό Ἄγνωστο, ὀρθώνεται στή μέση σιωπηλό...»

«... Πρέπει νά δεχτοῦμε τήν ὑπόστασή μας ὅσο γίνεται πιό πλέρια. Ὅλα, ἀκόμα καί τό ἀκατανόητο, πρέπει νά'ναι ἐκεῖ, πιθανά. Κατά βάθος, τό μόνο θάρρος πού ζητᾶνε ἀπό μᾶς, εἶναι: νά σταθοῦμε θαρρετοί μπροστά στό Ἀλλόκοτο, τό θαυμαστό, τό Ἀνεξήγητο, πού μπορεῖ ν' ἀνταμώσουμε. Οἱ ἄνθρωποι δείχτηκαν, σ' αὐτό τό σημεῖο, τόσο φοβιτσιάρηδες - κι αὐτό ἔβλαψε ἀνείπωτα τή ζωή. Ὅλα ἐκεῖνα πού ὀνομάζουμε «φαντασίες» κι «ὁράματα», ὁλόκληρος «ὁ κόσμος τῶν πνευμάτων» (ὅπως τόν λένε), ὁ θάνατος, αὐτά ὅλα τά τόσο συγγενικά κι «ὁμοούσια» μέ μᾶς πράγματα, τά διώξαμε μέ τήν καθημερινή ἀντίστασή μας, τόσο μακρυά ἀπ' τή ζωή, ὥστε οἱ αἰσθήσεις μας, πού θά μποροῦσαν νά τά «συλλάβουν» ἀτροφήσανε καί μαράθηκαν. Καί δέν λέω τίποτα σχετικά μέ τό Θεό. Ὅμως ὁ φόβος μπροστά στό Ἀνεξήγητο, ὄχι μονάχα φτώχυνε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀτόμου, μά περιόρισε ἀκόμα καί τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, τίς τράβηξε ἔξω ἀπ' τό ποτάμι τῶν ἀπέραντων δυνατοτήτων, γιά νά τίς προφυλάξει σέ μιάν ἥσυχη, σίγουρη γωνιά τῆς ἀκροποταμιᾶς.
Δέν φταίει μονάχα ἡ τεμπελιά, πού οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων ἐπαναλαμβάνονται μέ τόση ἀνείπωτη μονοτονία, χωρίς ν' ἀνανεώνονται κάθε φορά: φταίει κι ὁ φόβος, ὁ φόβος μας μπροστά σέ κάτι καινούργιο, πού δέν μποροῦμε νά προμαντέψουμε ποιό θά ‘ναι τό τέλος του καί πού δέν ἔχουμε τό κουράγιο ν' ἀντιμετρηθοῦμε μαζί του. Ὅμως μονάχα ἐκεῖνος πού εἶναι προετοιμασμένος γιά ὅλα, πού δέν ἀρνιέται τίποτα, οὔτε καί τό αἴνιγμα - μονάχα αὐτός θά ζήσει τίς σχέσεις ἀνθρώπου πρός ἄνθρωπο σ' ὅλη τους τή ζωντάνια, καί, σύγκαιρα, θά φτάσει στό βάθος τῆς δικιᾶς του ὕπαρξης...»

«... Δέν ἔχουμε κανένα λόγο νά ‘μαστε δύσπιστοι ἀπέναντι στόν Κόσμο μας, μιά καί δέν μᾶς εἶναι ἐχθρικός κι ἐνάντιος. Ἄν ὑπάρχουν τρόμοι μέσα σ' αὐτόν τόν κόσμο, εἶναι τρόμοι δ ι κ ο ί μ α ς. Ἄν ὑπάρχουν γκρεμνοί, δικοί μας γκρεμνοί εἶναι. Ἄν ὑπάρχουν κίνδυνοι, πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τούς ἀγαπήσουμε...»

«... Κι ἡ τέχνη ἀκόμα, δέν εἶναι παρά ἕνας τρόπος ζωῆς. Μποροῦμε ζώντας ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, νά προετοιμαζόμαστε γι' αὐτήν χωρίς νά τό ξέρουμε. Κάθε τί π ρ α γ μ α τ ι κ ό βρίσκεται πολύ πιό σιμά της ἀπό τά ψευτοκαλλιτεχνικά ἐπαγγέλματα, πού δέν ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματική ζωή καί πού, ἐνῶ πιθηκίζουν τήν τέχνη, ἀρνιοῦνται καί προσβάλλουν «ἔργω» ὅλη της τήν ὑπόσταση. Αὐτό κάνει ἡ Δημοσιογραφία, ὅλη σχεδόν ἡ Κριτική καί τά τρία τέταρτα αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «Λογοτεχνία...».
ώς πρέπει νά στεκόμαστε στό Δύσκολο. Κάθε ζωντανή ὕπαρξη σ' αὐτό στέκεται... Εἶναι γόνιμη ἡ μοναξιά ἐπειδή εἶναι δύσκολη...»ΡΙΛΚΕ


ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ

                    ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ                  

Οι ποιητές ταξιδεύουν πάντα μόνοι
με μια και μόνο αποσκευή,
που τη σφιχταγκαλιάζουν με φόβο μαζί και υποψία
ωσάν μια πολύτιμη συλλογή από διαμάντια  και φανταχτερούς λίθους
την ψυχή τους….
Ένα τρένο το μυαλό του ποιητή
που ταξιδεύει
στους σκοτεινούς λαβυρίνθους της ανθρώπινης ύπαρξης
χωρίς προορισμό και έτοιμο πάντα να εκτροχιαστεί
γεμάτο από σαθρές ανθρώπινες ελπίδες
που σωριάστηκαν εκεί σαν αναμνηστικά αντικείμενα διαδρομών και τόπων.
Και αν κάπου κάποτε βρεθεί ένας σταθμός
κολλάνε  τη μούρη τους στο τζάμι γεμάτοι παιδική περιέργεια
και ψάχνουν μανιασμένοι χαρτί και μολύβι..
πρέπει όλα να καταγραφούν…να περιγραφούν….
Μα ποτέ δε κατεβαίνουν.
Μένουν εκεί στην ίδια θέση, δειλοί θεατές
αμέτοχοι , ανέραστοι, ανήμποροι…Ε.Τ


Γιάννης Ρίτσος, ''Ο χώρος του ποιητή''...

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του.
Πίσω από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα,
παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ' άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του Θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ' το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
''Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του -
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος''.
.
.
...Γιάννης Ρίτσος, ''Ο χώρος του ποιητή''...


Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

ΜΟΝΑΞΙΑ..ΜΙΚΡΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

   





                                                                   -1-
Κάθε Κυριακή η ίδια διαδικασία. Έτρεχε ως το παράθυρο  τραβούσε τη κουρτίνα και περίμενε. Μετά την έκλεινε απότομα και πήγαινε ως τον καθρέπτη να μαζέψει με τις φουρκέτες της τις τελευταίες ατίθασες τρίχες των μαλλιών της..Ίσιωνε το καλοσιδερωμένο φόρεμα, έριχνε μια βιαστική ματιά στο φαγητό που ψηνόταν και καθόταν στη πολυθρόνα της.. Και έτσι περνούσε η ώρα και δεν ερχόταν κανείς.. Από το βάθος του χωλ ακουγόταν μία απόκοσμη μα και οικεία φωνή «Δε θα ρθουν κυρά-Μαρία, άδικα περιμένεις και σήμερα». Τότε έτρεχε βιαστικά, έπαιρνε τη κορνίζα Εκείνου στα χέρια της και μάλωνε μαζί του: « Εσύ δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς.. Αυτό δα μας έλειπε να έχουν λόγο και άποψη και οι πεθαμένοι που βιάστηκαν να φύγουν πρόωρα. Θα έχουν δουλειές δεν είναι σαν και σένα αργόσχολοι στους αιώνες.» και την  άφηνε κάτω αναποδογυρισμένη. «Θα έχουν δουλειές..μα δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα ρθουν την επόμενη Κυριακή..

Τα Σαββατοκύριακα ο κυρ-Παναγιώτης απέφευγε να πάει στο καφενείο. Και αν πήγαινε καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα.  Και αν έρθουν και δε με βρουν σκεφτόταν.. «Πάλι αφήνεις τη παρτίδα σου μισή» του έλεγαν οι φίλοι, ενώ εκείνος είχε κολλήσει να κοιτά έξω από το θολό τζάμι του μικρού καφενείου. «Μήπως είδατε να περνάει μία μαύρη BMV;¨» ρωτούσε όλο αγωνία. «Όχι, γιατί περιμένεις μουσαφίρηδες  από τον ¨Αγιο Πέτρο;» τον πείραζαν οι υπόλοιποι. Φορούσε το σακάκι του βιαστικά και έτρεχε να προλάβει το μοναδικό ζαχαροπλαστείο που ήταν ανοιχτό Κυριακή μεσημέρι. Με μια κούτα γλυκά, μια τελευταία παγωμένη ελπίδα, με μια θολή ματιά γύριζε σπίτι. Στο ίδιο σημείο την ίδια ώρα συναντούσε το βλέμμα της κυρά-Μαρίας απέναντι πίσω από τη δισταχτική κουρτίνα. Αμέσως απόστρεφαν τα βλέμματα..  Τα βλέμματα που πρόδιδαν ότι ξεγελούσαν ακόμα μία φορά τον εαυτό  τους .
Γιατί εκείνοι δεν ήρθαν ποτέ..

                                           2
Στους σταθμούς της φυγής μας, συναντά κανείς παράξενους ανθρώπους, τόσο διαφορετικούς από σένα και άλλο τόσο οικείους.. Αρχέτυπα των μεγάλων μας προσδοκιών, των χαμένων μας ονείρων.
Για χρόνια αρκετά, όπως έμαθα αργότερα από μια υπάλληλο του αεροδρομίου, εκείνος ο θλιμμένος άντρας, μιας απροσδιόριστης ηλικίας λες και η αναμονή έβαζε σε stand-by  τη φθορά του χρόνου, περίμενε κάθε μέρα την ίδια ώρα με μια ανθοδέσμη με τα ίδια ακριβώς λουλούδια σε ένα κάθισμα της αίθουσας αναμονής τη γυναίκα της ζωής του. Άνοιγε τα μάτια του διάπλατα την ώρα που ανοίγαν οι πόρτες σε εκείνο το σημείο που συνωστίζονταν οι συγγενείς και οι φίλοι των αφιχθέντων, με ένα στιγμιαίο πετάρισμα ευτυχίας κάθε φορά που έβλεπε κάποια που της έμοιαζε, με τα χέρια να ιδρώνουν κάθε μέρα το ίδιο στη προσμονή της. Χαιρόταν με τη χαρά των άλλων που αγκαλιάζονταν και αντάλλαζαν φιλιά αγάπης, πόθου, πόνου, στέρησης, συμπάθειας και προδοσίας.. Πίστευε- ή τουλάχιστον έπειθε τον εαυτό του να πιστεύει- πως θα ρθει σύντομα και η σειρά του να νιώσει αυτή τη μοναδική στιγμή στο τέλος ενός ταξιδιού όταν ανακαλύπτεις πως για κάποιον είσαι κει και αυτός για σένα.. Και μετά έσερνε τα βήματα του αργά να γυρίσει σπίτι- αν είχε- με τα πέταλα να σκορπίζουν στους απελπιστικά άδειους διαδρόμους. Και την επόμενη πάλι απ την αρχή στωικά έπλαθε μια νέα ελπίδα…
Για χρόνια αρκετά, όπως διάβασα αργότερα στις σελίδες ενός κιτρινισμένου ημερολογίου σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο στο Μοναστηράκι, μία γυναίκα σε ένα άλλο σημείο του πλανήτη, έβγαζε τα βράδια κάτω απ το κρεβάτι της μια έτοιμη βαλίτσα που αποδεικνύονταν δειλή κάθε ξημέρωμα.. Έκλεινε και ακύρωνε εισιτήρια σε ένα φαύλο κύκλο αναβολής που δεν μπορούσε να ξεφύγει.. Κάθε νύχτα έβλεπε το είδωλο της στο καθρέπτη πλημμυρισμένο από ομορφιά που έπρεπε να ξεχυθεί στη συνάντηση του Έρωτα.. Και κάθε πρωινό το έβλεπε πιο γερασμένο από ποτέ. Πάντα μία έκτακτη δήθεν δουλειά, μια υποχρέωση, ένα απροσδόκητο γεγονός, κάποιος που την είχε όπως πίστευε περισσότερο ανάγκη, την κρατούσαν πίσω..
Μία μέρα που έβρεχε απ το πρωί, μια αργία με τον κόσμο κλεισμένο στα σπίτια του έκανε το πρώτο βήμα.. Και ύστερα ακόμα ένα.. Και πέταξε. Και αν δεν έβλεπε απέναντι της ένα μπουκέτο μαργαρίτες παρατημένο σε κάποια θέση σε κάποια αίθουσα αναμονής, δε θα μάθαινε ποτέ πως εκείνος περίμενε για χρόνια..
Και όμως συναντήθηκαν..  Την ώρα της προσγείωσης ένα άλλο αεροπλάνο δίπλα της απογειωνόταν να σκορπίσει τη στάχτη του στους δρόμους του ερχομού της..


                         3
Χάθηκε λένε. Μπορεί να ταν 53 ή 63, τι νόημα έχει. Πάσχει από άνοια. Γι αυτό λένε χάθηκε. Το γεγονός να ήταν ήδη χαμένη από πολύ πριν, παραβλέπεται. Κάπου θα ταξιδεύει.. σε ένα βαγόνι, σε μια καμπίνα, σαν αληθινή κυρία με το εισιτήριο στο χέρι. Ελεύθερη πια χωρίς μνήμες. Βαριά αποσκευή η μνήμη. Θα ανοίγει αργά ένα κουτάκι πορτοκαλάδας σε ένα παγκάκι ενός πάρκου και ο χρόνος θα κυλάει επίσης αργά σα γλυκό ναρκωτικό στο κουρασμένο μυαλό της.
Χάθηκε λένε. Μακάρι να μη τη βρουν ποτέ! Τι ειρωνεία.. Χρόνια τώρα δεν την αναζήτησε κανείς, από τη κουζίνα έως το μπάνιο και από το σαλόνι έως την αυλή.. Τι θέλουν τώρα; Α, βέβαια παρέλειψα να αναφέρω το γεγονός ότι θα δοθεί και αμοιβή. Αμοιβή βεβαίως για να βρεθεί το σώμα. Η ψυχή αποδήμησε νωρίς. Σε κόσμους που δε χάνεσαι ποτέ..

4


Βρίσκεται εδώ γιατί δε ξέρει που αλλού θα ήθελε να ξαναγυρίσει. Εδώ στον Οίκο του Θεού η ύπαρξη της αποκτά το αληθινό της νόημα, γι αυτό ήλθε άλλωστε εδώ μα πόσο έτοιμη ήταν; γιατί νιώθει ακόμα χαμένη; Ναι, χαμένη για τον κόσμο, για τους δικούς της, για κείνον... Έπαψε να υφίσταται η γυναίκα, η αμαρτωλή γυναίκα, η πληγωμένη αμαρτωλή γυναίκα... Έπαψε τόσο πολύ και τόσα πολλά και αφέθηκε γλυκά στην αρχή και με ανακούφιση, και αργότερα παθητικά στην γαλήνια ατμόσφαιρα του μοναστηριού, που λησμόνησε στο τέλος τι έψαχνε. Δεν έχουν πολλοί άνθρωποι το προνόμιο να επιλέγουν τη μοναξιά τους.Η μοναξιά επιλέγει σα κακομαθημένο κοριτσόπουλο.  Μα εκείνη την επέλεξε, γιατί το μαχαίρι που βρήκε να κόψει το μήλο έκοψε το λαιμό της. Η χάρη που δίδεται για αυτό το μονοπάτι έγινε γι αυτήν εκούσια τιμωρία. Φορές ένιωθε πως εκμεταλλευόταν την αγάπη των μοναχών και τη μακροθυμία του Κυρίου, απλώς και μόνο για να προστατευθεί από τη θορυβώδη μοναξιά του κόσμου και θέλωντας να εξαφανίσει τα ίχνη της από το πολυτάραχο πέρασμα της... Μα ήταν πιο μόνη από ποτέ. Τα πουλιά συνωστίζονταν κάθε μέρα στο μικρό περβάζι του κελιού της και ο κήπος της ήταν πιο ολάνθιστος από ποτέ. Μα όταν νιώθεις πως η άνοιξη δε σου αξίζει, σα σύννεφο παρείσακτο μέσα στο καταγάλανο ουρανό, σε πνίγει αυτή η ήρεμη καταλλαγή των πάντων. Σαν να σου δόθηκε άδικα άφεση αμαρτιών. Σαν να τους ξεγέλασες όλους. Και αυτή, πιστέψτε με, είναι η χειρότερη τιμωρία. Εκείνος, άλλωστε θα την θεωρεί ήδη νεκρή. Και ποια η διαφορά άλλωστε;
- Αδελφή Κασσάνδρα δε σας είδα απόψε στον εσπερινό, διέκοψε ξαφνικά τους ατελειώτους συλλογισμούς της η Ηγουμένη.
- Ω... ναι... Συγχωρέστε με μα δεν ένιωθα και τόσο καλά. η Ηγουμένη κάθισε δίπλα της και της χάιδεψε απαλά τα μακριά μαλλιά της.
- Παιδί μου, δε πάμε στη προσευχή ωσάν να πηγαίναμε στα κέντρα διασκέδασης, ανάλογα με την εύθυμη διάθεση. Άλλωστε η προσευχή βοηθάει πρωταρχικά στο να βρούμε αυτή τη διάθεση και ποτέ σα προυπόθεση να την έχουμε.
- Δεν υπάρχει πια για μένα ουτε καν διάθεση παρηγοριάς... Είμα βαριά άρρωστη πλεόν. Παραμένω ακόμα εδώ γιατί είναι το τελευταίο καταφύγιο των πονεμένων και μετά από δω δεν υπάρχει καμιά επιλογή παρά μόνο... το αναπόφευκτο.
-Χριστέ μου! Τι κουβέντες ξεστομίζουν τα χείλη σου! Είπαμε πως εκείνα τα αφήσαμε πίσω.
- Ναι, απάντησε πικρά η Κασσάνδρα, μα δυστυχώς έσυρα μπροστά το νεκρό κουφάρι του εαυτού μου χωρίς καν αυτή τη βαριά κληρονομιά. Όσο πονούσα μέσα στο κόσμο, όσο με πλήγωναν, όσο κρατούσε η αγωνία μου ένιωθα ζωντανή Ηγουμένη μου, δε το καταλαβαίνετε; Όλη όμως αυτή η νάρκωση, η γλυκιά νάρκωση της αγάπη σας και η βασανιστική νοσταλγία της περασμένης μου ζωής αντί να με γιάνει μου κλήροδότησε ένα νέο είδος μοναξιάς. Αυτής του να ξαναγεννιέσαι από την αρχή, στον ίδιο κόσμο με πριν, κάτι σαν ένα είδος μετενσάρκωσης, και ενώ κανείς δε σε θυμάται και δε σε ξέρει και έρχεσαι σα ξένος ανάμεσα σε ξένους, εσύ τα θυμάσαι όλα. Ως και το όνομα μου άλλαξα, ήθελα αυτό της θλιμμένης Πριγκήπισσας που έβλεπε το μέλλον χωρίς να μπορεί να το αλλάξει, και πλέον κανείς μα κανέις εκτός από σας δε με ξέρει. Κανείς δε ξέρει τη γυναίκα που είμαι και δε μοιάζει σε τίποτα με αυτήν που ήμουν. Μα ούτε εκεί μπορώ να ξαναγυρίσω. Είναι αδύνατον να πεθάνω ξανά όντας νεκρή και αδύνατον να ζήσω από δωκαι πέρα όντας ξένη, μόνη και με τόσα φορτία μνήμης...
Ένα θλιμμένο σύννεφο πέρασε από τα καθάρια μάτια της Ηγουμένης. Ολόκληρος ο παράδεισος που πίστευε ότι προσφερόταν σε αυτήν και στις μοναχές της τόσα χρόνια γκεμίστηκε μπροστά στην ομολογία αυτής της πονεμένης γυναίκας. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο εκτός από αυτό που ήταν προορισμένη να κάνει. Να προσεύχεται. Μα και αυτό σήμερα της φάνηκε αδύνατον και κοπιαστικό. Σωπαίνοντας θλιμμένα σηκώθηκε αργά φίλησε στο μέτωπο τη Κασσάνδρα και αποχώρησε στα ιδιαίτερα της, ξεχνώντας εκείνο το δειλινό, ηθελημένα ή μη ποτέ δε θα μάθουμε, τη θύρα του μοναστηριού ανοιχτή... Το πρωί μία μοναχή δε παραβρέθηκε στον όρθρο, δε βρέθηκε στο κελί της και δεν την ξαναείδε κανείς...

5.
Το καμαρίνι



Τα κανάλια άλλαζαν και τα τσιγάρα έσβηναν το ένα μετά το άλλο. Τα μάτια του ψαχούλευαν το κενό, το τρυπούσαν κυριολεκτικά. ΜΟΝΟΣ και από Θεούς και δαίμονες.
Μόνος… Μια λέξη που ήταν γραμμένη στο μυαλό του με διάφανο στυλό. Αόρατη απ όλους έτσι όπως ήταν και αυτός. Φίλους δεν είχε και οι συγγενείς του τον απέφευγαν, οι γονείς του τον υποβίβαζαν συνέχεια και οι γνωστοί ρεμάλι το ανέβαζαν χαμένο κορμί τον κατέβαζαν.
Μόνο εκείνη. Εκείνη ηρεμούσε το ταραγμένο του μυαλό και στεκόταν δίπλα του σαν πιστή Πηνελόπη ακόμα και τις ώρες που χανόταν και την «σκότωνε» με προσβολές και ανόητα παραληρήματα. Όμως τώρα όλα αυτά τελείωσαν. Έφυγε και κείνη. Πάγωσε το κορμί της και δε του μιλάει πια. Ίσως αν είχε πεθάνει να ήταν πιο ανεκτή αυτή η συμφορά. Τώρα σώπασαν όλα γύρω του και όμως εκείνη είναι κάπου εκεί κοντά και αναπνέει όπως πριν, γελάει, περνάει τη μέρα της και το αγαπημένο κορμί της δε του ανήκει πια.

Τίποτα δε του ανήκει πια. Ούτε η ζωή του ούτε ο θάνατος του που δεν έχει κουράγιο ούτε να τον προκαλέσει. Τα ερείπια η μόνη του κληρονομιά. Μα και κείνη ήθελε να τον σώσει, όχι γιατί της άξιζε πια, μα γιατί ήταν κομμάτι πια του εαυτού της. Η μοναξιά του, η βαθιά μοναξιά του ήταν κομμάτι της ζωής της πια, ιερός σκοπός και κρυφό μυστικό από γνωστούς και φίλους.