Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ








Ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι δεν αντίκρισαν στη βουνίσια αυτή ξέρα
τα μάτια μου ακόμη μα σε κάποιο φεγγαρόλουστο χαλί της Σαντορίνης καθρεφτίζεται η κρυφή κορυφή του κόσμου. Μόλις οι παραλίες αδειάσουν από τους θορυβώδεις ανθρώπους αυτής της εποχής, στήνουν χορό οι ξωτικιές και οι μύλοι όλο γυρίζουν…

Όλο γυρίζουν οι μύλοι στο Αιγαίο και αλέθουν τη μαγιά του κόσμου. Με το μπλε, με το «ω», με το κυκλάμινο, με το δελφίνι. Απλώνεις και συ το χέρι σου σα προέκταση του κάθε νησιού, ένα ερημονήσι με μοναδικό του κάτοικο εμένα να καλεί να πάρω το στρατί για το ναυάγιο. Έτσι είναι… Τις ομορφιές του κάθε βυθού μονάχα τα ναυάγια τις ξέρουν. Μα είναι ακόμα νωρίς για την κατάφαση σου, Έρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά σα βασιλιάς που μόλις ενθρονίστηκε και οι λαμπυρίζουσες στάλες του ιδρώτα του πέφτουν στη θάλασσα σα μικρά μαργαριτάρια.
Τα βράδια δε κοιμάται μα μόνο ξεκουράζεται και αν τύχει να ρθει το φεγγάρι, ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι θα βρεις μονάχα εδώ στις πέτρες που αναδύουν απ’ το σκληρό τους δέρμα άρωμα γιασεμιού και ανάσα μέντας.

Όλα μπερδεύονται στη Σύρο, στη Δήλο και στην Αμοργό. Όλα ανακατώνονται στο Αιγαίο, σαν σε  παιδιού χεριών καμβάς χρωμάτων. Μόνο το φως δε μπερδεύεται και δουλεύει υπερωρίες. Μέρα και νύχτα.

Και είναι η ομορφιά τους τόσο επικίνδυνη, αχώρητη μες στην ασχήμια των καιρών που λες θα εκραγούν όλα και θα τελειώσουν σαν όνειρο που πετάγεσαι λουσμένος από κρύο ιδρώτα.

Τα μεσημέρια που κουρνιάζει το δελφίνι στις δροσερές σπηλιές της κουρασμένης από την αναζήτηση αιώνων Γοργόνας, εμείς βρίσκουμε όαση στα ταπεινά ταβερνάκια. Εκείνα με τις χρωματιστές καρέκλες τους, τους χαμογελαστούς ταβερνιάρηδες, τα στολισμένα λιτά τραπεζάκια τους με ένα βαζάκι νερό και ένα τριανταφυλλάκι. Διψούμε πολύ μα δε χωράει το απέραντο Αιγαίο μέσα σου γι αυτό εφευρέθηκε το ουζάκι. Πιστέψτε με, είμαι σίγουρη, πως κάποιος διψασμένος το εφεύρε σε κάποια ακρογιαλιά της Λέσβου ή της Νισύρου.  Κάποιος διψασμένος Ποσειδώνας κάποιος χολωμένος Ήφαιστος στη μοναξιά της Λήμνου.


Μια Κυριακάτικη λειτουργία σε ένα άσπρο ξωκλήσι του Αιγαίου, κάτω από το πρωινό καλοκαιρινό ήλιο, με την ατμόσφαιρα να μυρίζει θυμίαμα, με την ατμόσφαιρα να θυμίζει ποίημα του Ελύτη είναι, αν υπάρχει τελικά, ο ορισμός της ευτυχίας, η ενσάρκωση κάθε ποιητικής ουτοπίας...