Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

Ανταπόκριση από την Τάνια: Μετανάστες του Έρωτα


Γράφει η Τάνια Γεωργούλια από London,  England
Όχι, δεν τα αγάπησα ποτέ τα Αγγλικά. Έδωσαν οι γονείς μου τζάμπα μια περιουσία χρόνια ολόκληρα… προτιμούσα την ώρα εκείνη να βλέπω φίλους, να πίνω καφέδες κλπ. Είχα αναπτύξει – επίτηδες φυσικά – και μια καλή σχέση με τη γραμματέα του φροντιστηρίου κι έτσι γλίτωνα και τα ενημερωτικά τηλεφωνήματα στο σπίτι. Και φυσικά στο Lower πάτωσα και έτσι ησύχασα κιόλας… και οι γονείς μου επίσης!
Όχι, δεν μου άρεσαν ποτέ οι Άγγλοι, ένιωθα μια απέχθεια για αυτούς. Βλέποντάς τους στην τηλεόραση να γίνονται λιώμα από το αλκοόλ και να σέρνουν τα μισόγυμνα κορμιά τους στα στενοσόκακα των νησιών μας. Θυμάμαι ακόμη το καλοκαίρι του 1997 στην Κω, να πηδάω κυριολεκτικά πάνω από πτώματα σουρωμένων Αγγλακίων για να φτάσω στην είσοδο του ξενοδοχείου μου. Μύριζαν αλκοόλ και κατρουλιό. Μυρωδιά που ακόμη και τώρα που την περιγράφω είναι μέσα στα ρουθούνια μου.
Όχι, δεν ήθελα ποτέ να έρθω στην Αγγλία. ΠΟΤΕ! Ποτέ δεν θα έδινα ούτε ένα ευρώ για να δω τον Τάμεση, το παλάτι του Μπάκιγχαμ και τον πύργο του Λονδίνου. Και όλα αυτά μέσα στην βροχή και στην ομίχλη. Δεν θα έδινα ποτέ χρήματα για να πάω σε ένα μέρος που θα ήταν πιο κρύο, πιο μουντό και πιο βροχερό από την Ελλάδα. Για αυτό τον λόγο δεν μου άρεσαν ποτέ οι χειμερινές διακοπές. Οι διακοπές ακόμη και ως λέξη προϋποθέτουν ήλιο, ήλιο, ήλιο και θάλασσα, θάλασσα, θάλασσα.
Όχι, δεν σκέφτηκα ποτέ την ζωή μου σε κανένα εξωτερικό. Το πιο πολύ για μένα ήταν μια περίοδος 4 ετών στην απαίσια Αθήνα. Αυτό ήταν εξωτερικό για μένα. Τα βρόντηξα και επέστρεψα στην αγαπημένη μου επαρχιακή πόλη, με τους γονείς μου δίπλα μου, τους φίλους μου, τους συνεργάτες μου. Αποφάσισα ότι εμένα μου πάει περισσότερο να ζω εκεί, με τις μικροαστικές αντιλήψεις, τα κουτσομπολιά και τους καυγάδες με τις 2 γεροντοκόρες του διπλανού διαμερίσματος.
Έλα όμως που ο έρωτας μου χτύπησε την πόρτα… και ως γνωστόν ο έρωτας δεν έχει καμία απολύτως λογική. Ηράσθη σφόδρα και κατόπιν αγάπησα με πάθος. Ο αγαπημένος μου και νυν άντρας μου υπηρετούσε ως  ιατρός ειδικευόμενος στη μικρή μου επαρχιακή πόλη. Κάποια στιγμή όμως ο χρόνος ειδικότητας που έδινε το νοσοκομείο τελείωσε. Έπρεπε να περιμένει κοντά στα δύο χρόνια για να μπει σε θέση ειδικότητας σε άλλο νοσοκομείο στην Αθήνα. Αυτά τα δύο χρόνια φυσικά θα ήταν άνεργος. Πονεμένη ιστορία οι ειδικότητες στην Ελλάδα. Μετανιώνεις την ώρα και την στιγμή που αποφάσισες να γίνεις γιατρός. Εκατό χρόνια σπουδών κι άλλα εκατό αναμονής. Ζήσε Μάη μου!
Αφού έψαξε όλες τις δυνατότητες που του έδινε το ελληνικό κράτος (δηλ καμία) ψάχτηκε και στο εξωτερικό. Και τότε προέκυψε το Λονδίνο! Φυσικά μου το ξεφούρνισε αφού έστειλε το βιογραφικό του σε διάφορες θέσεις που εντόπισε στα νοσοκομεία. Δεν πίστεψα ποτέ ότι θα τον πάρουν. Όχι γιατί δεν είχε τα προσόντα για τις θέσεις, ίσα ίσα, αλλά γιατί πίστευα ότι θα υπήρχε προτίμηση στους Άγγλους. Όμως μερικές μέρες αργότερα χτύπησε το τηλέφωνό του και τον ενημέρωσαν ότι θα πρέπει να πάει στη συνέντευξη για τη θέση την οποία διεκδικούσε. Και πήγε. ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΗΡΑΝ. Τον διάλεξαν ανάμεσα σε αρκετούς υποψηφίους με τα ίδια προσόντα. Τι τους έκανε κλικ; Πάντως σίγουρα όχι τα καλά του Αγγλικά. Πήρε το Lower με την τρίτη. Μισούσε τα αγγλικά όσο κι εγώ. Συμβόλαιο ενός έτους. Έτσι λειτουργούν τα πράγματα εδώ. Αν τους αρέσεις σε κρατάνε, αν όχι σε δρομιάζουν με τον ίδιο  ευγενικό τρόπο που σε προσέλαβαν.
Αποφάσισα να μείνω εγώ Ελλάδα και να περιμένω να επιστρέψει. Λίγη υπομονή θα κάναμε απλά.  Μέσα σε αυτό τον χρόνο αποφασίσαμε και τον γάμο μας. Αυτό το διάστημα όμως ήταν αρνητικά καταλυτικό για τη δική μου δουλειά. Ελεύθερη επαγγελματίας  με στρωμένη δουλειά και μία άνεση οικονομική. Ξαφνικά όμως μέσα σε ένα εξάμηνο ήρθαν τα πάνω κάτω φορολογικά και έφτασα να δουλεύω για έναν νταβατζή που λέγεται Ελληνικό κράτος. (Και πιστέψτε με ήξερα να τα τρώω και μόνη μου τα λεφτά μου). Άρχισα να κοιμάμαι και να ξυπνάω με τον τρόμο του ΦΠΑ που έπρεπε να αποδοθεί πληρώθηκα δεν πληρώθηκα αλλά και άλλα πολλά, έξυπνα φορολογικά κόλπα, που επινόησαν εις βάρος μου όλοι αυτοί που αφού κατέστρεψαν την Ελλάδα τώρα τους έπιασε ο καημός και θέλησαν να την σώσουν. Έκατσα μόνη μου, σκέφτηκα τα θετικά και τα αρνητικά και αποφάσισα ότι εγώ στην ζωή μου θα ιδρώνω μόνο για την πάρτη μου και για κανέναν άλλον. Έμαθα να μην κλέβω και απαιτώ να μην με κλέβουν. Και ειδικά η χώρα μου.  Δεν θα αφήσω κανέναν να ξαναβάλει χέρι στη δική μου τσέπη. Κι έφυγα για το Λονδίνο, στον άντρα μου.
Ένα χρόνο έκατσα σπίτι, μετά από 17 χρόνια ασταμάτητης δουλειάς. Το χάρηκα στην αρχή, ηρέμησα, ασχολήθηκα με το νοικοκυριό μου και λυπόμουν τις φίλες μου που αναγκάζονταν να δουλέψουν. Ο μισθός του άντρα μου έφτανε και περίσσευε κιόλας. Διακοπές διαρκείας που λένε..
Είπα να το δω θετικά. Γύρισα όλα τα αξιοθέατα, όλα τα πάρκα, όλα τα παλάτια, όλο τον Τάμεση, πάνω κάτω, ίσα με 20 φορές. Πήρα όλα σχεδόν τα λεωφορεία κάνοντας βόλτα χωρίς προορισμό, μόνο και μόνο για να εντοπίσω τα θετικά στοιχεία αυτού του τόπου μπας και τον αγαπήσω.
Καινούρια ζωή, καινούριοι άνθρωποι, καινούρια κουλτούρα. Ή μάλλον κουλτούρες. Πολλές κουλτούρες. Πολλά χρώματα, πολλές παραδοσιακές στολές, πολλών ειδών θρησκείες, γλώσσες, φαγητά. Εγώ να σας πω την αλήθεια έναν Άγγλο καθαρό Άγγλο δεν γνώρισα ακόμη. Όλος ο κόσμος που συναναστρέφομαι είναι από άλλες χώρες. Δεύτερης και τρίτης γενιάς βέβαια που γεννήθηκαν εδώ αλλά όχι με αγγλικές ρίζες.  Τα συνοικιακά μαγαζιά τα έχουν συνήθως Τούρκοι, Κούρδοι, Κύπριοι. Τέτοιους γνώρισα πολλούς. Όλοι τους ευγενικοί και πρόθυμοι να σε βοηθήσουν σε όλα. Αν τους ζητήσεις πληροφορίες δε,  σκίζονται να σε εξυπηρετήσουν. Αλλά μόνο αν τους το ζητήσεις. Αλλιώς δεν υπάρχεις για αυτούς. Δεν το λέω με την κακή έννοια. Εννοώ ότι ο κόσμος, θεωρώ από διακριτικότητα, δεν ασχολείται με τον διπλανό του. Δεν τους νοιάζει τι φοράς, πού πιστεύεις, τι μόρφωση έχεις, ή το οικονομικό σου υπόβαθρο. Δεν σχολιάζουν ποτέ τίποτα. Εδώ μπορείς να μπεις στο μετρό με τις πιτζάμες ή ακόμη με τα εσώρουχα και δεν θα σου δώσει κανείς καμία μα καμία σημασία. Εκπληκτικό ε;
Παντού δε, σε όλα τα αξιοθέατα αλλά και στους δρόμους υπάρχουν εθελοντές που προσφέρονται να σε ξεναγήσουν ή να σου δώσουν πληροφορίες δωρεάν. Στο νοσοκομείο που δουλεύει ο άντρας μου υπάρχουν εθελοντές μεταφραστές, εθελοντές βοηθοί και συνοδοί ηλικιωμένων. Γενικά αυτό το πνεύμα του εθελοντισμού που η Ελλάδα πρώτη το καλλιέργησε εδώ έφτασε να είναι η καθημερινότητά τους.
Υπάρχει μια οργάνωση ενός κράτους που ούτε το έχουμε φανταστεί στην Ελλάδα. Αποκαλούμε τους Άγγλους πρόβατα εμείς οι έξυπνοι Ελληνάρες,  χαριτολογώντας,  διότι ακολουθούν τους νόμους του κράτους τους πιστά. Δεν έχουν έκτροπα στα γήπεδα, οι διαδηλώσεις τους είναι ειρηνικές και αξιοπρεπείς, εκτός από κάνα δυο, που έσπασαν ότι βρήκαν μπροστά τους και με το δίκιο τους, αλλά για θυμηθείτε τις δικές μας. ΟΛΕΣ τις δικές μας. Διεκδικούν τα δικαιώματά τους αλλά πάντα με σεβασμό στους υπόλοιπους πολίτες. Δεν υπάρχει γραφειοκρατία, δεν υπάρχει λάδωμα. Υπάρχουν νόμοι και κανόνες και τους τηρούν ΟΛΟΙ. Και για αυτό φυσικά είναι και 100 χρόνια μπροστά. Βέβαια αντιλαμβάνεσαι την καταπίεση τα Σαββατοκύριακα που ξεκινούν να πίνουν από το πρωί και τελειώνουν το βράδυ μισολιπόθυμοι. Άνθρωποι που όλη την εβδομάδα κουστουμαρισμένοι με τον χαρτοφύλακα στο χέρι δουλεύουν μέχρι τη νύχτα. Αυτή είναι η διασκέδασή τους όμως.
Σε όλη αυτή τη διάρκεια της crisis, έτσι το λένε εδώ, μόνο δύο άνθρωποι με ρώτησαν τι γίνεται στην Ελλάδα. Κι αυτό έτσι, με δυο κουβέντες, να ’χαμε να λέγαμε.  Δεν τους νοιάζουμε… δεν τους νοιάζει ο διπλανός τους αν είναι με το βρακί στο μετρό θα τους νοιάξουμε εμείς;
Ας μιλήσουμε για το σύστημα υγείας που είναι παντελώς ΔΩΡΕΑΝ. Αυτοί πώς το κατάφεραν; Όλος ο κόσμος, μαζί κι εγώ, έχουμε δωρεάν ιατρική περίθαλψη. ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ! Κλείνεις το ραντεβουδάκι σου, πάς στον ιατρό σου, σε στέλνει στον ιατρό που είναι ειδικευμένος στο πρόβλημα που έχεις, κάνεις τις εξετάσεις σου, παίρνεις τα φαρμακάκια σου και πας σπίτι σου. ΔΩΡΕΑΝ! Για να μην μιλήσουμε για εγκυμοσύνη και τοκετό που εμένα με ενδιαφέρει απόλυτα ως γυναίκα. Όχι περιττές εξετάσεις, όχι παρακολούθηση κάθε μήνα με περιττούς υπέρηχους και πενηντάρικα το λιγότερο στον γιατρό, όχι καισαρικές χωρίς απαραίτητο και σοβαρό λόγο. Ακόμη και για τεστ ΠΑΠ σε ειδοποιούν με γράμμα στο σπίτι. Κι αν δε πας σου ξαναστέλνουν ειδοποίηση. ΠΡΟΛΗΨΗ.
Ας μη μιλήσουμε για υπηρεσίες καθαριότητας και περιβαλλοντικών χώρων γιατί θα ξεφτιλιστούμε ως έθνος. Όχι ότι δεν πετάνε σκουπίδια. Τα πετάνε μια χαρά. Υπάρχουν όμως υπηρεσίες που καθαρίζουν μέρα νύχτα.
Εδώ τη δουλειά τους την σέβονται όλοι. Φοβούνται τρελά τις αναφορές και τις καταγγελίες γιατί εκτός του ότι θα έχουν ποινές ή απολύσεις, τους χρειάζεται απαραιτήτως  συστατική επιστολή για την επόμενη δουλειά που θα βρουν. Και σε αυτήν την επιστολή γράφονται ΟΛΑ ευτυχώς ή δυστυχώς! Εκβιαστικό; Εμένα μου φαίνεται άψογο!
Μετά λοιπόν από έναν χρόνο καθισιού και απόλυτης βαρεμάρας, έμαθα και διαφορετικά τόσα χρόνια, αποφάσισα να δουλέψω.  Σίγουρη βέβαια ότι δεν θα με πάρουν λόγω γλώσσας δοκίμασα να κάνω τα χαρτιά μου σε ένα πόστο τύπου νοσοκόμας στο νοσοκομείο που δουλεύει ο άντρας μου. Είχα κι ένα πτυχίο απ τα νιάτα μου και ήρθε η ώρα του να κάνει τη δουλειά του. Αφήστε που τρόμαξα να το βρω. Ήμουν σίγουρη ότι το είχα πετάξει μιας και δεν θα μου χρειαζόταν ποτέ. Και ήρθε η μέρα για την πολυπόθητη συνέντευξη. Δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ σε τέτοια θέση στη ζωή μου. Πάντα εγώ ήμουν το αφεντικό. Μετά φόβου Θεού και αφού έκανα τον σταυρό μου πήγα σαν το πρόβατο στην σφαγή. Δεν μελέτησα τίποτα πριν. Δεν διάβασα ούτε ένα ξενόγλωσσο βιβλίο, δεν είδα ούτε μία ταινία από τις 300 που είδα φέτος χωρίς υπότιτλους. Είπα ότι βρέξει ας κατεβάσει. Δεν θα πεινάσουμε κιόλας.  Ήμουν απόλυτα ειλικρινής, τους είπα ότι δεν ξέρω καλά την γλώσσα, δεν έχω κανένα διαπιστευτήριο όπως Lower κλπ και μου απάντησαν ότι δεν τους νοιάζει γιατί κανείς εδώ στο Λονδίνο δεν μιλάει Αγγλικά. Όλοι μιλάνε κάτι “σαν” Αγγλικά.
ΚΑΙ ΜΕ ΠΗΡΑΝ! Με ενθάρρυναν και μου είπαν ότι σε 6 μήνες θα μιλάω άπταιστα. Με ρώτησαν που μένω και αφού τους είπα ότι μένω μακριά μου είπαν ότι θα εισηγηθούν να μου αλλάξουν το ωράριο και να πηγαίνω στις 8 αντί στις 7:30 γιατί δε θέλουν αγχωμένους υπαλλήλους. Μου είπαν ότι το διάλειμμα είναι υποχρεωτικό, γιατί διαφορετικά την κούραση και την έντασή σου την βγάζεις πάνω στον ασθενή. Την ίδια μέρα που με προσέλαβαν, ζήτησα άδεια για το Νοέμβριο, δέκα ημερών καθώς είναι ήδη προγραμματισμένο το ταξίδι μας για την Ελλάδα αρκετό καιρό πριν τη συνέντευξη. Μου είπαν ότι δεν έχουν πρόβλημα κανένα και μου ευχήθηκαν να περάσω τέλεια. Τώρα πέστε μου ειλικρινά, υπάρχει περίπτωση αυτά να τα βρεις στην Ελλάδα; Ή κάτι απ’ όλα αυτά;
Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω και κάτι ακόμη.  Δεν γίνεται εδώ που είναι ο Πύργος της Βαβέλ, μία χώρα που φιλοξενεί 50.000.000 κόσμο και όλες τις φυλές του Ισραήλ να κυλάνε όλα ρολόι κι εμείς που είμαστε τόσο λίγοι, τόσο έξυπνοι, τόσο ενωμένοι θρησκευτικά στο κάτω κάτω της γραφής αλλά και πνευματικά λόγω πολιτισμού και κουλτούρας να καταστρεφόμαστε ως έθνος. Κάτι κάνουμε εμείς λάθος.
Δεν ξέρω αν θα γυρίσω στην Ελλάδα. Την φοβάμαι. Και μεγαλώνοντας έμαθα όταν κάποιος με πληγώνει να φεύγω μακριά. Δεν ξέρω αν θα αγαπήσω ποτέ το Λονδίνο. Αγαπώ ήδη όμως αυτά που προσφέρει στην οικογένειά μου.
Βλέποντας πίσω μου την χώρα μου νιώθω μόνο λύπη και πίκρα.
Αλήθεια, ποιος ΠΡΟΔΩΣΕ ποιόν;
© 2012 Τάνια Γεωργούλια
Αναδημοσιεύση από το blog http://nikolaswar.wordpress.com 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΟΡΓΟΥΕΛ Ή ΧΑΞΛΕΙ;


ΟΡΓΟΥΕΛ   ή ΧΑΞΛΕΙ  ;
"....τον    Όργουελ τον φόβιζαν οι άνθρωποι που θα
απαγόρευαν τα βιβλία.
Τον Άλντους Χάξλει τον φόβιζε το γεγονός ότι δεν θα
υπήρχε λόγος να απαγορευτεί ένα βιβλίο γιατί δεν θα
βρισκόταν
πλέον ούτε ένας άνθρωπος πρόθυμος να διαβάσει ένα
βιβλίο...
Ο Όργουελ φοβόταν εκείνους που θα μας στερούσαν
την πληροφόρηση.
Ο Χάξλει φοβόταν εκείνους που θα μας μπούκωναν με
άφθονη  "παρα-πληροφόρηση"  για να μας καταντήσουν
πλάσματα της αδράνειας και του εγωισμού.
Ο Όργουελ φοβόταν ότι η αλήθεια θα κρατιόταν μυστική…
Ο Χάξλει φοβόταν ότι η αλήθεια θα πνιγόταν σε έναν
ωκεανό ασυναρτησιών…
Ο Όργουελ φοβόταν ότι θα αναπτύσσαμε έναν πολιτισμό
υποτέλειας…
Ο Χάξλει φοβόταν
ότι θα αναπτύσσαμε έναν πολιτισμό κοινοτοπίας.
Ο Όργουελ φοβόταν ότι θα είχαμε ακόμη και στις
ερωτικές μας στιγμές το μάτι του μεγάλου αδερφού να
μας παρακολουθεί…
Ο Χάξλει φοβόταν ότι κάποτε θα μας….άρεσε αυτό και θα
πληρωνόμαστε κι από πάνω…
Με λίγα λόγια ο Όργουελ φοβόταν ότι θα μας
καταστρέψουν αυτοί που μισούμε…
Ο Χάξλει φοβόταν ότι θα μας καταστρέψουν αυτοί που
αγαπάμε…
Ποιος από τους δυο, δικαιώθηκε άραγε;..."
-------------------
ΝΙΛ  ΠΟΣΤΜΑΝ  -  Πανεπιστημιακός

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Έφυγε νύχτα. Δεν τον πρόσεξε κανείς…
Έκαιγαν τα φώτα της γιορτής προς τιμήν του Βασιλιά 
μα ο Βασιλιάς έφυγε νύχτα, μουλωχτά έτσι όπως ήρθε την πρώτη τη φορά.
Άγνωστος τότε ανάμεσα σε οικείους
Γέρος, ζητιάνος, κακομοίρης
Και τώρα πάλι άγνωσ

τος, ξένος μες στο χρυσό κλουβί του
με τιμές και δόξες και τραγούδια ζωσμένος
μα ένας δεν τον ρώτησε τι κουβαλά η ψυχή του.
Δε του ναι άγνωστη η θάλασσα που σπαρταρούσε μόνος
χωρίς συντρόφους μια φορά.
Ούτε τα άγρια πνιγερά κύματα της περιπέτειας του φαίνονται βαριά
Μα είναι βαριές οι αλυσίδες της χαράς
όταν δε προσδοκάς.
Τον νίκησε το βιασμό της Κίρκης
ούτε τη γλυκερή τη φυλακή της Καλυψώς φοβάται.
Μα η πολύχρονη αφοσίωση της Πηνελόπης τον πνίγει
τον γερνάει, τον σκουριάζει και γίνεται ένα μουχλιασμένο
σκαρί στις θάλασσες της ξέρας.
Πως είναι δυνατόν να επιθυμείς το απάνεμο λιμάνι
όταν ποτέ στα πέλαγα δεν άνοιξες πανιά;
Πως είναι δυνατόν χρόνια είκοσι πιστή να μένεις
εσύ που δε δοκίμασες απελπισιά ανήθικου έρωτα…

Αυτά σκεφτόταν καθώς έφευγε και άλλα πολλά
και τους παλιούς συντρόφους που χάθηκαν πριν από κάθε Ιθάκη…
Ιδανικός θάνατος, τυχεροί άνθρωποι…
Θα πάει το αποφάσισε στου Μενελάου το ερειπωμένο το παλάτι
να κλάψει βουβά για την Ελένη.
Την κάθε Ελένη που δίνεται απερίσκεπτα στο πρώτο βιαστικό μειδίαμα του έρωτα.
Την κάθε Πηνελόπη που ξεμένει σε έρημο ανεραστίας πάντα προσμένοντας
τον άντρα των παιδιών της, ενώ ίσως κυκλωμένη βρίσκεται από δροσερά νερά
σε κάποιο ξεχασμένο από Θεούς νησί.
Θα κλάψει και για κείνον τον ίδιο…

Κλαις Οδυσσέα για την αβάσταχτη την ερημία σου που να νιώσει πια κανείς
δε μπορεί και όσοι ήπιαν απ΄ αυτή σπονδή βρίσκονται πίσω από του Άδη
τις ομιχλιασμένες κουρτίνες.
Οι ποιητές δε σε μνημονεύουν πια και οι Θεοί κουράστηκαν εμπόδια
να σου στήνουν.
Η εποχή της μεγάλης απόσυρσης…

Και έτσι απλά θα τελειώσει το ταξίδι του αντίστροφα.
Στα ερείπια της Τροίας θα ξαπλώσει αναπαυτικά όπως άλλοτε
στη συζυγική του κλίνη.
Το μόνο που θα ακούγεται θα ναι το βουβό κλάμα της Κασσάνδρας.
Μόνο γι αυτόν δε πρόβλεψε ήταν βαθειά η καρδιά του.
Αυτοί που γνωρίζουν πεθαίνουν πάντα μόνοι..

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩ ΕΝΑ ΛΟΓΟ

Αναζητώ ένα Λόγο διστακτικό, της Σιωπής και της ντροπής
μα και ένα λόγο συνάμα δυναμικό, διάτρητο να διαπερνά τα κελύφη
των ασυνάρτητων ερημωμένων δρόμων της γλώσσας..

Μία λέξη είναι ένας πλανήτης ακατοίκητος από αυτούς
που φοβήθηκαν να π
ροσγειωθούν πάνω της είτε από δειλία είτε από σέβας
και κατοικήσιμος για όσους χρειάζονται στέρεο έδαφος να σφαχτούν μεταξύ τους.

Φοβάμαι πιο πολύ τα λόγια που σκορπίζονται ανώφελα και άσκοπα
παρά τα χρήματα που πετιούνται εδώ και κει, τα τελευταία άλλωστε αποτελούν μια έντεχνη ψευδαίσθηση. Μα ο Λόγος είναι πραγματικός, οντολογικός με δύναμη μετουσίωσης. Η παρουσία του στο ίδιο βαθμό με την απουσία του, με την προϋπόθεση της σωστής χρήσης των δύο, παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο νους είναι που κινείται και εκείνος εν τέλει αποφασίζει αν πρέπει να ακουστεί ή να σωπάσει..

Αναζητώ ένα Λόγο βιαστή να βγάλει τη Ψυχή μου από τα περιφραγμένα χωράφια του Έγκλειστου Ονείρου, να γκρεμίσει τα συρματοπλέγματα, που όσο περνούν τα χρόνια γίνονται όλο και πιο ηλεκτροφόρα. Δεν αφήνουν κανέναν να πλησιάσει, καθυστερούν την άνευ όρων παράδοση στη πιο ταπεινή αγκαλιά ενώ ο Προσωπικός Μύθος, αυτός ο γλυκός απατηλός πρίγκιπας, παραφυλά σαν άλλος Κέρβερος τις πιο κρυφές της κλειδαριές…

Ο Λόγος δεν είναι αέρας, πνοή ή μαχαίρι. Ο Λόγος είναι υγρό στοιχείο έτσι όπως κολυμπά μες στη φαιά ουσία μας, έτσι όπως περιστρέφεται πίσω από τα υγρά μας χείλη, έτσι όπως1:y1:re ει ηδονικά στην ένωση των ερωτευμένων και έτσι όπως καταλήγει στη φλεγόμενη λάβα της καρδιάς.. Ένα ταξίδι που ποτέ δε τελειώνει όσο κανείς καρδιοχτυπά, ονειρεύεται και διαλέγεται. Με τη καρδιά του, με τον κόσμο, με τον Άλλον…

‘Όταν θα χάσουν το νόημα οι Λέξεις, είτε αυτός ο κόσμος θα τελειώσει, είτε ο Λόγος θα αναδυθεί σαν άστρο της Ανατολής να εκφέρει ένα Α και ένα Ω και τότε θα χω βρει ένα Λόγο να αρχίζει πάντα ότι τελειώνει…






Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

ΕΣΥ ΑΝΘΡΩΠΕ.. ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑ(ή Νεο-Έλληνα)













Εντάξει το μήνυμα ελήφθη και ήταν ξεκάθαρο, τουλάχιστον για κάποιους από μας που φωνάζουμε χρόνια αυτά που οι άλλοι θεωρούν συνομωσίες, υπερβολές και επιστημονικές φαντασίες! Ναι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο, ναι προσβάλλει πρώτα και εισχωρεί στο πολιτιστικό πεδίο, Ναι υπάρχει απροκάλυπτα πόλεμος του σκότους ενάντια στο Φως και Ναι το Φως αντιπροσωπεύεται γεωπολιτικά με την Ελλάδα! Δεν είναι μόνο αισθητικό το θέμα..πάει πολύ πίσω.. Από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης(δε ξερω και πιο πριν) πίσω από κάθε σαμποτάζ, προδοσία, δολοφονία, προπαγάνδα, εμφύλιο κρύβεται αγγλικός δάκτυλος. Και μη ξεχνάμε τη Κύπρο. Μπροστά στην Αγγλία, φίλοι μου, η Αμερική, η Τουρκία και η Γερμανία είναι ερασιτέχνες...



ΕΣΥ ΑΝΘΡΩΠΕ.. ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑ(ή Νεο-Έλληνα)

Βουβά τα μάρμαρα σε παρακολουθούν
και η Πυθία πάλι άνοιξε τα χέρια
οι Καρυάτιδες σε συγχωρούν
μα όχι και τα περιστέρια.


Πρόσφερες το κώνειο κρυφά
στο φιλοσόφων το ανοιχτό το στόμα
και θάμπωσες τη καθαρή ματιά
παιδιών αγέννητων ακόμα.

Η Αρετή δρόμος κλειστός
έργα εκτελούνται ΠΡΟΣΟΧΗ
μονόδρομος ο αφανισμός
στη σκοτισμένη σου ψυχή.

Στο απόσπασμα οι Γενναίοι σου
εκλιπαρούν να μη πυροβολήσεις
πριν τα πανάρχαια χρέη σου
στον Ουρανό ξοφλήσεις.

Πάνω από άνθος όταν σκύβεις
είναι μονάχα για να το μετρήσεις
όμως μια αίσθηση έτσι πνίγεις
αν το άρωμα του δε μυρίσεις.

Και ένα αστέρι όταν κοιτάς
με αφοσίωση πλανευτική
ξέρω την ομορφιά δε προσκυνάς
μα σκέτη αριθμητική.

Ξεκλείδωσε τη φυλακή
πάρε το δρόμο με μια ευχή
θα δεις στο επόμενο στρατί
του αστερισμού σου την αυλή.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012




                    «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ»
                  «…Κανένας δεν έρχεται..κανένας δε φεύγει..».
       Το θέατρο του παραλόγου και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
(Προλογικά για την ιστορία:  δύο άντρες συναντιούνται καθημερινά σε ένα δρόμο, δίπλα σε ένα δέντρο, το οποίο άλλοτε έχει φύλλα και άλλοτε όχι. Περιμένουν κάποιον τον οποίον δεν γνωρίζουν αλλά ακούγεται εξαιρετικά σημαντικός για το μέλλον τους. Αυτός δεν έρχεται και οι δύο άντρες ψάχνουν τρόπους να απασχοληθούν, να διασκεδάσουν την ανία τους. Δοκιμάζουν διάφορα. Σκέφτονται ως ενδεχόμενο την αυτοκτονία. Προσπαθούν να θυμηθούν άλλες εποχές, άλλα μέρη που έχουν βρεθεί.)
Στο επίκεντρο του έργου ο πανικός που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν αναρωτιέται τι νόημα έχει η επιβίωση του, καθώς περιμένει το σκοτεινό και χωρίς προοπτική αύριο. Πανικός που εκφράζεται με απόλυτη σχηματική δράση και ρυθμό εφιαλτικής έμμονης ιδέας. Θέμα του έργου, λοιπόν, το εσωτερικό κενό, η αδυναμία του ανθρώπου, που περιμένει μάταια τη σωτηρία του. Μια παράξενη τραγική φάρσα όπου τίποτα δεν συμβαίνει. «Τίποτα δε γίνεται, κανένας δεν έρχεται, κανένας δε φεύγει. Είναι τρομερό!» λέει ένας ήρωας..Φράση-κλειδί στο έργο, που αρχικά θεωρήθηκε αντιθεατρικό και δεν έβρισκε αίθουσα, αλλά αργότερα επιβλήθηκε. Έγινε …σύνθημα! «Τι κάνω;» «Περιμένω τονΓκοντό..» και θριάμβευσε ως η μεγαλύτερη μεταπολεμική θεατρική επιτυχία.
Για το Μπέκετ, ο οποίος είναι κατά βάση κωμικός συγγραφέας, όσο άθλια και οδυνηρή και αν είναι η ανθρώπινη μοίρα, προσφέρεται για ωμό, μαζοχιστικό γέλιο.. Τίποτα δεν είναι πιο διασκεδαστικό από τη δυστυχία. Είναι το πιο κωμικό πράγμα του κόσμου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάντα έτοιμος για το μεγάλο υποθετικό ραντεβού.. ο Θεός, πάντως, αν αυτός είναι ο Γκοντό, δεν θα εκδηλωθεί. Η θέση του παραμένει κενή. Και ας διψάμε για οποιαδήποτε βεβαιότητα που θα μας καθησυχάσει και θα μας γαληνέψει, που θα μας επιτρέψει να δαμάσουμε τα φαντάσματα μας.
Καμία δράση, καμία ένδειξη τόπου και χρόνου.. ο συγγραφέας δίνει παραλλαγές του ίδιου θέματος χωρίς να καταλήγει πουθενά, χωρίς οι ήρωες του να αλλάζουν ψυχολογικά.
Ο άνθρωπος δυστυχώς φοβάται την ελευθερία, αποζητά την καταπίεση και λαχταράει( το βλέπουμε μέρα σε μέρα αυτό και φυσικά από αιώνα σε αιώνα) την ένταξη. Αν αυτά τα πικρά λόγια δεν αντιπροσώπευαν την αλήθεια , δεν θα είχαμε θρησκευτικούς πολέμους, δεν θα είχαμε καν πολιτικά κόμματα. Ο άνθρωπος λιώνει για  μια ταυτότητα που να τον βεβαιώνει πως δεν είναι μόνος και έρημος, αλλά πως ανήκει σε ένα κοπάδι. Γι αυτό φανατικά απαιτεί να αναγράφονται στη ταυτότητα του όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ιδιωτική του ζωή. Γι αυτό προσχωρεί σε αιρέσεις όσο το δυνατόν πιο αυστηρές. Εδώ και όσοι πιστεύουν σε έναν ανθρωπόμορφο Θεό με «στο χέρι το τεφτέρι» όπου καταγράφει τις πράξεις μας. Αμείλικτο τον πιστεύουν και τον πιστεύουν έτσι γιατί αυτό θέλουν. Θα με ρωτήσετε γιατί.. Γιατί ο άνθρωπος φοβάται πάνω απ’ όλα την ευθύνη.
Ποιος είναι λοιπόν ο Γκοντό και τι είναι το έργο; Πέρα λοιπόν απ’ όλες τις κριτικές και τους ορισμούς το έργο είναι απολύτως ανοιχτό. Η όποια άποψη εμπεριέχεται αρκεί να θελήσετε αυτήν, ειδικά αυτή να βρείτε. Όλες του τις φράσεις, τις έχουμε πει εμείς οι ίδιοι, πολλές από τις καταστάσεις του τις έχουμε ζήσει. Ο κάθε θεατής αναζητά σε ένα θεατρικό έργο μία έστω φράση που να του θυμίζει κάτι δικό του.. Που να τον εκφράζει όπως ένα τραγούδι άλλωστε.  Εδώ άδικα θα ψάξετε για μία φράση που θα θελήσετε να κάνετε ολόδικη  σας. Όλες προσφέρονται και όλες μας περιπαίζουν.  Όλες αρχίζουν και όλες μένουν μισές. Όπως οι προσδοκίες μας. Σαν το Γκοντό που είναι συγχρόνως μια προσδοκία και μια δικαιολογία.. για να συνεχίσουμε να ζούμε. Όλη η ανθρωπότητα σε ένα έργο.
Ένας λόγος σε συνεχή εκκρεμότητα, πυκνός και συνάμα ανοιχτός, οικείος και άμεσος και συνάμα εκρηκτικός, μυστικός και αποκαλυπτικός, ελίσσεται μέσα στο απλό αυτό δρώμενο και υποστατώνει κάθε χειρονομία, κάθε στάση και στοιχειώνει κάθε σιωπή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Περιμένοντας το Γκοντό είναι το πιο θεολογικό έργο του αιώνα μας, όχι γιατί μιλάει για τον Θεό, αλλά γιατί ο Θεός απουσιάζει, σιωπά, ηρακλείτεια, όπως η φύσις του Εφεσίου, φιλεί κρύπτεσθαι. Το αναίτιο της υπάρξεως, η ερημία του όντος κυριεύουν το κενό, το μηδέν, ώστε ο λόγος που εξέπεσε σε κουβεντολόι, ενώ ξεκίνησε ως μύθος και πλήρωση, να παίζει το ρόλο σχολίου σε ένα ανύπαρκτο κείμενο.  Τα υποκείμενα του Μπέκετ είναι ανεπίδοτα, χωρίς κατηγόρημα, χωρίς αντικείμενο, χωρίς προορισμό. Αποκομμένα από την ουσία τους συμβεβηκότα.  Κτίσματα τυχαία εριμμένα όπου ο τέκτονας αποσύρθηκε και κανένας δε τα διεκδικεί. Διατηρητέα αλλά και ακατοίκητα. Ο χρόνος είναι η μόνη κατηγορία σε αυτό το έργο που έχει νόημα. Σαν το βέλος του Ζήνωνος, που φαίνεται να κινείται μέσα σ’ ένα διαιρετό χρόνο, οι αντιήρωες του Μπέκετ καμώνονται ότι κινούνται, ενώ στη πραγματικότητα τίποτε δε κινείται μέσα σ’ ένα συμπαγή χρόνο. Τέλος το Περιμένοντας το Γκοντό είναι ουσιαστικά το τέλος του θεάτρου, επειδή η τέχνη ως ερμηνεία του κόσμου και της υπάρξεως δεν είναι παρά μόνο μια ακόμα αυταπάτη. Η τελευταία γοητεία που ασκεί το απρόσιτο.
Ο Μπέκετ έχοντας καταλάβει τα μηνύματα των καιρών, συζητεί για τη θέση του υποκειμένου στο μεταίχμιο των δύο –ισμών. Το πρόβλημα των δύο λακέδων του έργου είναι ότι έχουν (και καλλιεργούν) μια κεντρομόλο(νεωτερική) κοσμοθεωρία σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο ο οποίος την αρνείται. Εξ ου και η αμηχανία τους. Τα παίγνια τους υπό το φως της μελλοντικής παρουσίας του Γκοντό ασφαλώς και δε σημαίνουν απολύτως τίποτα. Υπό το φως όμως, της παρούσας απουσίας του, σημαίνουν τα πάντα, αφού κάπως έτσι δίνουν στην αναμονή μια παρουσία με νόημα που η αναμονή αρνείται και κατ’ επέκταση ο Μπέκετ. Δίνει όμως στο έργο του και στη ζωή μας ένα νόημα που τόσο το έργο όσο και η ζωή μας αρνούνται πεισματικά.

Μία από τις πλέον δυνατές στιγμές της παράστασης είναι αυτή κατά την οποία ο Εστραγκόν φωνάζει «Πεινάω!!!». Αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου. Γνωρίζουμε ότι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν στο κόσμο από τη πείνα, αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν μας αφορά, μέχρι που ένας ηθοποιός ζωντανεύει τη φρίκη μιας ανθρώπινης ύπαρξης που πεινάει και δεν έχει τίποτα να φάει. Οι εκατομμύρια βαθυστόχαστες και μη σελίδες που γράφονται καθημερινά δεν αξίζουν όσο ένα κομμάτι ψωμί για ένα πεινασμένο παιδί.

*  ο Σάμιουελ Μπέκετ  (13 Απριλίου 1906- 22 Δεκεβρίου 1989) ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.  Το 1969 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας , ενώ το 1984 εκλέχθηκε επικεφαλής της Aosdana, ένωσης ανθρώπων των Καλών Τεχνών της Ιρλανδίας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ  στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το «ταξίδι» είναι που αξίζει παρά τις δυσκολίες του.

Σημ.. Συμπίλημα από διάφορες κριτικές. 

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

ΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ




Aσημένιο φως και λευκό σκοτάδι δεν αντίκρισαν στη βουνίσια αυτή ξέρα
τα μάτια μου ακόμη μα σε κάποιο φεγγαρόλουστο χαλί της Σαντορίνης καθρεφτίζεται η κρυφή κορυφή του κόσμου. Μόλις οι παραλίες αδειάσουν από τους θορυβώδεις ανθρώπους αυτής της εποχής, στήνουν χορό οι ξωτικιές και οι μύλοι όλο γυρίζουν…

Όλο γυρίζουν οι μύλοι στο Αιγαίο και αλέθουν τη μαγιά του κόσμου. Με το μπλε, με το «ω», με το κυκλάμινο, με το δελφίνι. Απλώνεις και συ το χέρι σου σα προέκταση του κάθε νησιού, ένα ερημονήσι με μοναδικό του κάτοικο εμένα να καλεί να πάρω το στρατί για το ναυάγιο. Έτσι είναι… Τις ομορφιές του κάθε βυθού μονάχα τα ναυάγια τις ξέρουν. Μα είναι ακόμα νωρίς για την κατάφαση σου, Έρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά σα βασιλιάς που μόλις ενθρονίστηκε και οι λαμπυρίζουσες στάλες του ιδρώτα του πέφτουν στη θάλασσα σα μικρά μαργαριτάρια.
Τα βράδια δε κοιμάται μα μόνο ξεκουράζεται και αν τύχει να ρθει το φεγγάρι, ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι θα βρεις μονάχα εδώ στις πέτρες που αναδύουν απ’ το σκληρό τους δέρμα άρωμα γιασεμιού και ανάσα μέντας.

Όλα μπερδεύονται στη Σύρο, στη Δήλο και στην Αμοργό. Όλα ανακατώνονται στο Αιγαίο, σαν σε  παιδιού χεριών καμβάς χρωμάτων. Μόνο το φως δε μπερδεύεται και δουλεύει υπερωρίες. Μέρα και νύχτα.

Και είναι η ομορφιά τους τόσο επικίνδυνη, αχώρητη μες στην ασχήμια των καιρών που λες θα εκραγούν όλα και θα τελειώσουν σαν όνειρο που πετάγεσαι λουσμένος από κρύο ιδρώτα.