Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

ΓΙΑ ΤΗ ΦΙΛΙΑ...ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ Ο ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΗ



..Κι ένας νέος είπε, μίλησέ μας για την φιλία..
Κι εκείνος αποκρίθηκε λέγοντας:
Ο φίλος σας είναι η εκπλήρωση των αναγκών σας. Είναι το χωράφι σας που εσείς σπέρνετε με αγάπη και θερίζετε μ’ευγνωμοσύνη.Και είναι το τραπέζι σας και το παραγώνι σας. Γιατί πηγαίνεται στο φίλο με την πείνα σας, και τον αναζητάτε για τη γαλήνη σας.
Όταν ο φίλος σας εκφράζει τις σκέψεις του, δε φοβάστε το όχι στη δική σας σκέψη, ούτε αποσιωπάτε το ναι.
Και όταν εκείνος είναι σιωπηλός, η καρδιά σας δεν παύει για να ακούσει την καρδιά του.
Γιατί στην φιλία, όλες οι σκέψεις, όλες οι επιθυμίες, όλες οι προσδοκίες γεννιούνται και μοιράζονται χωρίς λέξεις, με χαρά που είναι άφωνη.
Όταν χωρίζεσαι από το φίλο σου, δεν λυπάσαι.
Γιατί αυτό που αγαπάς πιο πολύ σ’αυτόν μπορεί να είναι πιο φανερό στην απουσία του όπως ο ορειβάτης βλέπει πιο καθαρά το βουνό από την πεδιάδα.
Και μη βάζετε κανένα σκοπό στη φιλία εκτός από το βάθαιμα του πνεύματος.
Γιατί η αγάπη που γυρεύει κάτι άλλο εκτός από την αποκάλυψη του δικού της μυστηρίου δεν είναι αγάπη παρά ένα δίχτυ που ρίχνεται στη θάλασσα και μόνο το ανώφελο θα πιάσει. Και δίνετε τον καλύτερο εαυτό σας στο φίλο σας.
Αφού θα γνωρίσει την άμπωτη του κυμάτου σας, δώστε του να γνωρίσει και την παλίρροιά του. Είναι ο φίλος σας κάτι που θα’πρεπε να γυρεύετε όταν έχετε ώρες που θέλετε να σκοτώσετε; Καλύτερα να γυρεύετε το φίλο σας πάντα όταν έχετε ώρες να ζήσετε.
Γιατί έργο του φίλου είναι να εκπληρώσει τις ανάγκες σας, αλλά όχι να γεμίσει το κενό σας.
Και μέσα στη γλύκα της φιλίας κάνετε να υπάρχει γέλιο και μοίρασμα χαράς.
Γιατί στις δροσοστάλες των μικρών πραγμάτων η καρδιά βρίσκει την καινούργια αυγή της και ξανανιώνει.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2015

Η ΓΕΦΥΡΑ

Η γέφυρα - Γιάννης Ρίτσος


Εἶναι μιὰ ὡραία περιπλάνηση, σχεδὸν μιὰ δραπέτευση - 
δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ καὶ γιὰ ποῦ, - μιὰ μυστικὴ δραπέτευση ποὺ δίνει
μιὰ μυστικότητα στὴν κάθε κίνησή μας, στὸν ἴσκιο μας πάνω στὸν τοῖχο,
στὶς ἀπίθανες σχέσεις τῶν δακτύλων μας, στὸν ἦχο τῶν βημάτων
        μας - μία ἐξαίσια αἴσθηση
παρανομίας πρὸς ὅλα, σὰν τοῦ μοιχοῦ, τοῦ κλέφτη, τοῦ φονιά, 
        του ἀρσενοκοίτη ἢ τοῦ λαθρεπιβάτη,
κ᾿ ἡ αἴσθηση τῆς παρανομίας αὐτῆς σου ἐπιβάλλει
μίαν ἄγρυπνη προσοχὴ γιὰ ν᾿ ἀποφύγεις τὴ σύλληψη,
ἐνῶ ἡ προσοχή σου αὐτὴ συλλαμβάνει
τὸ νόημα μιᾶς ἀρχικῆς ἐνοχῆς, συλλαμβάνει
τὶς πιὸ ἀδιόρατες ἐκφράσεις τῆς σιωπῆς· μὰ τότε πάλι
νιώθεις πῶς ἔτσι παραβιάζεις μ᾿ ἀντικλείδι ἕνα μεγάλο, ξένο
        σκοτεινό χρηματοκιβώτιο
ὕστερα ἀπὸ σκάλες πολλὲς καὶ μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους
ποῦ κάνουν ν᾿ ἀντηχοῦν ἀπεριόριστα οἱ κλειδώσεις σου,
κ᾿ ἕνα καχύποπτο φεγγάρι μπαίνει ἀπὸ φεγγίτες καγκελόφραχτους
μεγάλο, κίτρινο, προδοτικό, φέρνοντάς σε ἀντιμέτωπο
μὲ τὴν ἴδια πελώρια σκιά σου ποὺ κρατάει
μεγεθυσμένες τὶς σκιὲς τῶν κλειδιῶν, ποὺ ἐσὺ κρατᾶς, σὰ νἆναι κιόλας
τὰ κάγκελα τῆς φυλακῆς ποὺ θὰ σὲ κλείσει ἰσόβια· ὥσπου τέλος


ἀνακαλύπτεις πὼς αὐτὸ τὸ χρηματοκιβώτιο
εἶναι δικό σου, ὁλότελα δικό σου
καὶ μπορεῖς νὰ τ᾿ ἀνοίξεις ἐλεύθερα
καὶ μπορεῖς νὰ χαρίσεις ὅσα θέλεις στοὺς φίλους σου
καὶ μπορεῖς νὰ σκορπίσεις ὅσα θέλεις στὸν ἄνεμο
μὲ κείνη τὴ χαρὰ ποὺ δίνει τὸ ἀνεξάντλητο
μὲ κείνη τὴ χειρονομία μιᾶς ἄσκοπης λεβεντιᾶς κι᾿ ἀσωτείας
ποὺ εἶναι, ἴσως, ἡ μόνη ἀληθινὴ σκοπιμότητα.

Μὰ τότε νιώθεις ὁ ἴδιος, πόσο ἡ κίνηση αὐτὴ θὰ φαίνεται ὕποπτη
μὲς στὸ σκοτάδι τὸ καρφωμένο ἀπ᾿ τ᾿ ἄστρα, μὲ τὸ μετάλλινο ἦχο
        των κλειδιῶν,
σὰ χτύπημα σπαθιῶν, ψηλὰ στὸν ἀέρα, ἀόρατων μονομάχων ἢ ἱππέων,
μ᾿ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, πελώριο στόμιο τοῦ χρηματοκιβώτιου
ποῦ χάσκει ἀνοιχτὸ μὲς στὴ νύχτα ἐνῶ στὸ βάθος τοῦ ἀστράφτουν
σωροὶ τὰ νομίσματα περίεργων ἐποχῶν καὶ τόπων,
ράβδοι χρυσοῦ σὰ μεγάλα καρφιὰ γιὰ μία σταύρωση· στοῖβες
        χαρτονομίσματα
σὰ μυστικὰ τραπουλόχαρτα τῆς Μοίρας. Κι᾿ ὅσοι
δέχτηκαν μία στιγμὴ τὴν προσφορά σου, μόλις στρίψεις τὸ κεφάλι σου
δοκιμάζουν στὴν πέτρα τὰ νομίσματα, μὰ ἐκεῖνα δὲν ἀφήνουν ἦχο,
προσπαθοῦν ν᾿ ἀποκρυπτογραφήσουν στὰ χαρτονομίσματα
τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὶς σφραγίδες, μ᾿ αὐτὰ δὲ διακρίνονται στὸ
        καταπληχτικό σκοτάδι,
καὶ τὰ πετοῦν ξανὰ μπροστὰ στὰ πόδια σου καὶ φεύγουν.

Καὶ μένεις μόνος μ᾿ ὅλο σου τὸν πλοῦτο ποδοπατημένο,
μόνος μπρὸς στὸ μαγνητικὸ ἀνοιγμένο στόμιο τοῦ ἀδειανοῦ πιὰ
        χρηματοκιβώτιου,
μόνος μπρὸς στὴν ἀκάλυπτη τρύπα τοῦ χάους,
μὲ τόνα χέρι σου μισοσηκωμένο
σὲ μισοτελειωμένη στάση θεατρικῆς γενναιοδωρίας,
σὰν ἄγαλμα ἥρωα ποὺ ὁ ἡρωισμός του
ἀποδείχτηκε ἀπατηλὸς μετὰ θάνατον - ἢ σὰν ἀτέλειωτη προσπάθεια
νὰ γίνεις ἄγαλμα γιὰ νὰ μὴ σωριαστεῖς στὸ χῶμα - ἕνα ἄγαλμα
ποῦ τείνει μάταια σὰν τσαμπὶ σταφύλι τ᾿ ἀναπόδεκτα κλειδιὰ ἑνὸς
        παραδείσου.

ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΞΙΑ...



Πιστεύω  πώς  είναι  αξία  η  ζωή,
το  νερό,  το  τριαντάφυλλο  το  μυρμήγκι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  προστατεύω  το  περιβάλλον,
σε  πείσμα  όσων  πιστεύουν  πώς  ένας  κούκος
δε  φέρνει  την  άνοιξη,
να  χαμογελώ  με  το  γέλιο  ενός  παιδιού,
που  θυμίζει  ότι  υπάρχει  ακόμα  ελπίδα.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  να  κοιτάζω  τη  βροχή 
μέσα  από  το  τζάμι  ακούγοντας τα  ΄΄Πέτρινα  χρόνια΄΄, 
το  ΄΄Va  pensiero΄΄,  το  ΄΄je  ne  regret  rien΄΄
ή  το  ΄΄Μy  wαy΄΄.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  αυτό  που  περιμένω,  γιατί  ακόμα
μου  λείπει  αυτό  που  αναζητώ,  και  συνεχίζω
να  το  σκέφτομαι.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  μάτια  ενός  μωρού  που
παρατηρούν,  καθώς  η  αναπνοή  του  χαλαρώνει
πρίν  να  αφεθεί  στον  ύπνο. 

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  δύναμη  ενός  ατόμου 
με  ειδικές  ανάγκες,  που  στην  ερώτηση  ΄΄είσαι  κουρασμένος΄΄,
απαντά  ΄΄όχι΄΄,ενώ  την  προηγούμενη  μέρα  ευχαριστούσε  το  Θεό
για  την  πρόοδο  που  είχε.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  πορεία,  όταν  ελαφραίνει
το  σώμα,  χαλαρώνει  τους  χτύπους  η  καρδιά, 
και  το  μυαλό  προχωρά  ανανεώνοντας  τις  δυνάμεις.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  ασπασμός  σ΄ένα  αδύναμο,
τα  δάκρυα    και  η  απλότητα  του  ανθρώπου,
η  αθωότητα  του  παιδιού.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  τα  τρυπημένα  παπούτσια  μου,
κατά  την  πορεία  σε  τόπους  δύσκολους  και  ωραίους.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  ο  αυτοέλεγχος  και  η  ευχαρίστηση
για  κάθε  στιγμή  της  ζωής,  το  θάρρος  για
να  ξεπερνώ  κάθε   δυσκολία,  το  να  δέχομαι
κάτι  που  δεν  μπορώ  να  αλλάξω.

Πιστεύω  πως  είναι  αξία  η  αμφιβολία,  η  επιθυμία  για  μάθηση,
η  περιέργεια,  το  ρίσκο,  το  πάθος.

Είναι  κι  άλλες  αξίες,  μα  πιο  πολύ  αυτές  με  σημάδεψαν. 

  Αριστομένης  Λαγουβάρδος
Γεννήθηκε  στην  Έμπαρο  Πεδιάδος.
Διπλωματούχος  του  Πολυτεχνείου
Νεαπόλεως  Ιταλίας  (τμήμα  Μηχανολόγων-
Ηλεκτρολόγων  Μηχανικών)

          Έργογραφία

1)Το  τέλος  της  αθωότητας    ( Τυποκρέτα  Καζανάκης)
2)Καθώς  κυλά  το  ρόδινο  ποτάμι  ( Τυποκρέτα  Καζανάκης)
3)Στα  απόκρηφα  τοπία  της  μοναξιάς  (Υπό  έκδοση)

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

ΜΕΡΕΣ ΑΔΕΣΠΟΤΕΣ



Θα θέλα να γράψω ένα ποίημα που να μη τελειώνει ποτέ. Μα γίνεται;
Εδώ τελειώνει η ζωή μας τελειώνει τόσο γρήγορα που ούτε καν το Σύμπαν δε θυμάται.
Να ξυπνήσω το πρωί σε ένα σωρό από χαρτιά και να χω κάνει
 το μεγάλο της ζωής μου ταξίδιον.  Έτσι και αλλιώς δεν ονειρεύομαι πια
ζω μέσα στο όνειρο. Και αυτό έχει διαφορά.
Οι μέρες ήσυχα και όμορφα περνούν, με μικρές χαρές σχεδόν κατανοητές.
Αποδέχομαι απλά ότι συμβαίνει ή δε συμβαίνει  ή αντλώ άνωθεν  δύναμη;
Δε περιμένω τίποτα πια. Δε ξέρω αν έχω μέλλον για να αγχωθώ γι αυτό.
Φρόντισαν κάποιοι γι αυτό, να το εξαφανίσουν μαζί και κάθε ίχνος.
Σαν χειροβομβίδα είν η ζωή μου στα χέρια ολωνών.
Ένας να με πετάξει θα τιναχτούν όλα στον αέρα.
Εύφλεκτο υλικό η ψυχή μου και σαν ανίδεα παιδιά παίζουν μαζί της όλοι.
Σε ένα ναρκοπέδιο από λόγια, ματωμένα φιλιά
 και προδομένα χάδια που πρέπει να βαδίσω. 
Πώς να μιλήσω, να εκφραστώ να μη γρατζουνίσω
την τσαλακωμένη ευγένεια των υποκριτών;
Απ τις γρίλιες της φυλακής μου κρυφοκοιτάζω τη ζωή μου.
και το αηδόνι με συντροφεύει παντού. 
Στα ψηλά σκαλοπάτια του πνεύματος μας γνέφει η ελευθερία.

Μες τη σιωπή ακούω μονάχα τα βήματα της μοίρας.

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΗ ΤΑΝΟΥΔΗ


Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Σα δυνατό αφροδισιακό μας ποτίζουν τη νοσταλγία τα χρόνια των γηρατειών.
Και εμένα ο νους μου σα μηχανή του χρόνου που αντί να γυρνά προς τα πίσω
καλπάζει προς τα χρόνια που θα προσπεράσουν, ζητά να τη νιώσει πρόωρα.
Φωτογραφίες στοιβάζονται σε άλμπουμ, σε κορνίζες, σε συρτάρια
η μόνη μου απόδειξη πως κάποτε υπήρξε παρελθόν. Και για μας που παρασιτούμε το μέλλον.
Η στιγμή αυτόνομη ξεφεύγει από την υποψία ότι ίσως και να σου άνηκε..

Η οικογένεια μου. Το ρούχο που φορώ.. Με καίει μα γυμνή πώς να περπατήσω κάτω
από τον αδυσώπητο ήλιο του κόσμου;
Η μαμά, ναυαγισμένη φιγούρα.. ο μπαμπάς, σκουριασμένη άγκυρα δεμένη στο ναυάγιο.
Η αδελφή μου, ο ομφάλιος λώρος μου.
Το σπίτι μας.. η πιο λυπημένη κατοικία. Το βασίλειο της νοσταλγίας.
Εμείς οι τέσσερις..Μόνο εμείς οι τέσσερις να ήμασταν και πάλι μαζί
και ας ζούσε ο καθένας στο δικό του κόσμο.
Κλαίω για όλους. Κλαίω και για αυτούς. Αγγίξαμε λίγο το φόρεμα της ευτυχίας
μα δε το φορέσαμε ποτέ. Πάντα ελπίζαμε σε καλύτερες μέρες… Πάντα..
Μα εκείνες σαν οδοστρωτήρες μας πέρασαν-όχι μας προσπέρασαν- μας πέρασαν
αόρατες μές στη στιγμή..
Λιωμένες φιγούρες στην άσφαλτο ενώνουμε τα χέρια μας να γίνουμε πάλι ένα..

Και τι είναι αυτό που με λυπεί; Δε χορτάσαμε πραμάτειες σαν έμποροι της εποχής;
Δε γελάσαμε σε κηδείες δε κλάψαμε σε γάμους;
Δε γεμίσαμε πτυχία ,φίλους, έρωτες και θανάτους;
Σε τι μείναμε πίσω;
Συγχώρα με, Θεέ μου, που η πιο φοβερή αμαρτία μου μέχρι τώρα
στάθηκε αυτή: να μη βιώνω τη χαρά, την απλούστατη χαρά, στο παρόν.
Στη στιγμή που τα σβήνει όλα, τα σαρώνει και τα αποτυπώνει στο φόρεμα του χρόνου.
Και ξέρω πως η μόνη μου παρακαταθήκη στους απογόνους μου θα είναι αυτή.
Μα είναι πάντα καταδικασμένη από τη νεότητα να μη λογαριάζεται.
Βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε, να πετάξουμε μακριά από τις ταυτότητες μας.
Και έρχεται ένα πρωί που τσακισμένοι σε ένα ξένο δέντρο

περιμένουμε ένα διαβατάρικο πουλί να μας γυρίσει σπίτι..

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Άνετα δεν ένιωσα ποτέ στη κούνια
μετέωρη έψαχνα κάπου να κρατηθώ και ύστερα ήρθε το κρεβάτι και μεγάλωσα
μικρό ήταν στην αρχή και έπειτα μεγαλύτερο και έπειτα διπλό
ποτέ στα μέτρα μου δεν ήταν… προκρούστεια  κατάσταση.


ΑΒΟΛΑ ΜΕΡΗ


Ποτέ άνετα δεν ένιωσα στο σπίτι
κρύο βαρύ και μόνο σαν εμάς… Μία μικρή γωνιά έψαχνα να κρυφτώ.
Καινούργια μέλη έρχονταν και έπειτα πάλι έφευγαν
σαν εποχιακή ανακαίνιση. Κρύο και μεγάλο έμενε
περίσσευα πάλι ή δε χωρούσα.

Άβολα ήταν πάντα στις παρέες
ήθελα πάντα κάτι να πω μα σώπαινα στο τέλος.
Και στο σχολειό και στη δουλειά ακόμα
πάντα μια αγωνία ένας χαμένος κόπος
με έβρισκα όταν στο σπίτι πίσω πάλι άβολα γυρνούσα.

Άβολα μες τις αγκαλιές που πίστευα δικές μου
γυρνούσα μα ανάπαυση δεν έβρισκε ο λόγος μου και
αγωνίες την καρδιά την έβρισκαν μεγάλες
δεν είναι ο έρωτας για να κρυφτείς το μέρος το πιο βολικό.

Και μόνο κάθε Κυριακή έξω απ της εκκλησιάς την πόρτα
να επιστρέφω «σπίτι» νιώθω στο σώμα το αρχικό
χαμένο μέλος και όλοι οι ¨Άγιοι φίλοι μου και ο Θεός γονιός μου
και οι Άγγελοι τα αδέλφια μου.

Και μόνο κάτω απ τις πολύχρονες κουβέρτες μου
όταν η μέρα πια σωπάσει όπου και να βρεθώ
σε βολικό ή άβολο μέρος παρέα με τα όνειρα μου
χάνομαι σε ένα ταξίδι ακριβό για τη φτωχή πραγματικότητα.

Όλα τα εφήμερα χαμογελούν αμήχανα και άβολα
κοιτάζουν την απεραντοσύνη πίσω μου γιατί να συγκριθούν
δε θα μπορούν ποτέ με τη θαλπωρή του απείρου.
Μονάχα μες τα όνειρα μου στου ύπνου τη γαλήνη
Μονάχα κάθε Κυριακή που βάζω τα καλά μου

χαίρομαι που επιτέλους με καλούν σε μια γιορτή μόνο προς τιμήν μου…