Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Έφυγε νύχτα. Δεν τον πρόσεξε κανείς…
Έκαιγαν τα φώτα της γιορτής προς τιμήν του Βασιλιά 
μα ο Βασιλιάς έφυγε νύχτα, μουλωχτά έτσι όπως ήρθε την πρώτη τη φορά.
Άγνωστος τότε ανάμεσα σε οικείους
Γέρος, ζητιάνος, κακομοίρης
Και τώρα πάλι άγνωσ

τος, ξένος μες στο χρυσό κλουβί του
με τιμές και δόξες και τραγούδια ζωσμένος
μα ένας δεν τον ρώτησε τι κουβαλά η ψυχή του.
Δε του ναι άγνωστη η θάλασσα που σπαρταρούσε μόνος
χωρίς συντρόφους μια φορά.
Ούτε τα άγρια πνιγερά κύματα της περιπέτειας του φαίνονται βαριά
Μα είναι βαριές οι αλυσίδες της χαράς
όταν δε προσδοκάς.
Τον νίκησε το βιασμό της Κίρκης
ούτε τη γλυκερή τη φυλακή της Καλυψώς φοβάται.
Μα η πολύχρονη αφοσίωση της Πηνελόπης τον πνίγει
τον γερνάει, τον σκουριάζει και γίνεται ένα μουχλιασμένο
σκαρί στις θάλασσες της ξέρας.
Πως είναι δυνατόν να επιθυμείς το απάνεμο λιμάνι
όταν ποτέ στα πέλαγα δεν άνοιξες πανιά;
Πως είναι δυνατόν χρόνια είκοσι πιστή να μένεις
εσύ που δε δοκίμασες απελπισιά ανήθικου έρωτα…

Αυτά σκεφτόταν καθώς έφευγε και άλλα πολλά
και τους παλιούς συντρόφους που χάθηκαν πριν από κάθε Ιθάκη…
Ιδανικός θάνατος, τυχεροί άνθρωποι…
Θα πάει το αποφάσισε στου Μενελάου το ερειπωμένο το παλάτι
να κλάψει βουβά για την Ελένη.
Την κάθε Ελένη που δίνεται απερίσκεπτα στο πρώτο βιαστικό μειδίαμα του έρωτα.
Την κάθε Πηνελόπη που ξεμένει σε έρημο ανεραστίας πάντα προσμένοντας
τον άντρα των παιδιών της, ενώ ίσως κυκλωμένη βρίσκεται από δροσερά νερά
σε κάποιο ξεχασμένο από Θεούς νησί.
Θα κλάψει και για κείνον τον ίδιο…

Κλαις Οδυσσέα για την αβάσταχτη την ερημία σου που να νιώσει πια κανείς
δε μπορεί και όσοι ήπιαν απ΄ αυτή σπονδή βρίσκονται πίσω από του Άδη
τις ομιχλιασμένες κουρτίνες.
Οι ποιητές δε σε μνημονεύουν πια και οι Θεοί κουράστηκαν εμπόδια
να σου στήνουν.
Η εποχή της μεγάλης απόσυρσης…

Και έτσι απλά θα τελειώσει το ταξίδι του αντίστροφα.
Στα ερείπια της Τροίας θα ξαπλώσει αναπαυτικά όπως άλλοτε
στη συζυγική του κλίνη.
Το μόνο που θα ακούγεται θα ναι το βουβό κλάμα της Κασσάνδρας.
Μόνο γι αυτόν δε πρόβλεψε ήταν βαθειά η καρδιά του.
Αυτοί που γνωρίζουν πεθαίνουν πάντα μόνοι..

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩ ΕΝΑ ΛΟΓΟ

Αναζητώ ένα Λόγο διστακτικό, της Σιωπής και της ντροπής
μα και ένα λόγο συνάμα δυναμικό, διάτρητο να διαπερνά τα κελύφη
των ασυνάρτητων ερημωμένων δρόμων της γλώσσας..

Μία λέξη είναι ένας πλανήτης ακατοίκητος από αυτούς
που φοβήθηκαν να π
ροσγειωθούν πάνω της είτε από δειλία είτε από σέβας
και κατοικήσιμος για όσους χρειάζονται στέρεο έδαφος να σφαχτούν μεταξύ τους.

Φοβάμαι πιο πολύ τα λόγια που σκορπίζονται ανώφελα και άσκοπα
παρά τα χρήματα που πετιούνται εδώ και κει, τα τελευταία άλλωστε αποτελούν μια έντεχνη ψευδαίσθηση. Μα ο Λόγος είναι πραγματικός, οντολογικός με δύναμη μετουσίωσης. Η παρουσία του στο ίδιο βαθμό με την απουσία του, με την προϋπόθεση της σωστής χρήσης των δύο, παράγουν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο νους είναι που κινείται και εκείνος εν τέλει αποφασίζει αν πρέπει να ακουστεί ή να σωπάσει..

Αναζητώ ένα Λόγο βιαστή να βγάλει τη Ψυχή μου από τα περιφραγμένα χωράφια του Έγκλειστου Ονείρου, να γκρεμίσει τα συρματοπλέγματα, που όσο περνούν τα χρόνια γίνονται όλο και πιο ηλεκτροφόρα. Δεν αφήνουν κανέναν να πλησιάσει, καθυστερούν την άνευ όρων παράδοση στη πιο ταπεινή αγκαλιά ενώ ο Προσωπικός Μύθος, αυτός ο γλυκός απατηλός πρίγκιπας, παραφυλά σαν άλλος Κέρβερος τις πιο κρυφές της κλειδαριές…

Ο Λόγος δεν είναι αέρας, πνοή ή μαχαίρι. Ο Λόγος είναι υγρό στοιχείο έτσι όπως κολυμπά μες στη φαιά ουσία μας, έτσι όπως περιστρέφεται πίσω από τα υγρά μας χείλη, έτσι όπως1:y1:re ει ηδονικά στην ένωση των ερωτευμένων και έτσι όπως καταλήγει στη φλεγόμενη λάβα της καρδιάς.. Ένα ταξίδι που ποτέ δε τελειώνει όσο κανείς καρδιοχτυπά, ονειρεύεται και διαλέγεται. Με τη καρδιά του, με τον κόσμο, με τον Άλλον…

‘Όταν θα χάσουν το νόημα οι Λέξεις, είτε αυτός ο κόσμος θα τελειώσει, είτε ο Λόγος θα αναδυθεί σαν άστρο της Ανατολής να εκφέρει ένα Α και ένα Ω και τότε θα χω βρει ένα Λόγο να αρχίζει πάντα ότι τελειώνει…






Δευτέρα 30 Ιουλίου 2012

ΕΣΥ ΑΝΘΡΩΠΕ.. ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑ(ή Νεο-Έλληνα)













Εντάξει το μήνυμα ελήφθη και ήταν ξεκάθαρο, τουλάχιστον για κάποιους από μας που φωνάζουμε χρόνια αυτά που οι άλλοι θεωρούν συνομωσίες, υπερβολές και επιστημονικές φαντασίες! Ναι υπάρχει οργανωμένο σχέδιο, ναι προσβάλλει πρώτα και εισχωρεί στο πολιτιστικό πεδίο, Ναι υπάρχει απροκάλυπτα πόλεμος του σκότους ενάντια στο Φως και Ναι το Φως αντιπροσωπεύεται γεωπολιτικά με την Ελλάδα! Δεν είναι μόνο αισθητικό το θέμα..πάει πολύ πίσω.. Από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης(δε ξερω και πιο πριν) πίσω από κάθε σαμποτάζ, προδοσία, δολοφονία, προπαγάνδα, εμφύλιο κρύβεται αγγλικός δάκτυλος. Και μη ξεχνάμε τη Κύπρο. Μπροστά στην Αγγλία, φίλοι μου, η Αμερική, η Τουρκία και η Γερμανία είναι ερασιτέχνες...



ΕΣΥ ΑΝΘΡΩΠΕ.. ΕΣΥ ΕΛΛΗΝΑ(ή Νεο-Έλληνα)

Βουβά τα μάρμαρα σε παρακολουθούν
και η Πυθία πάλι άνοιξε τα χέρια
οι Καρυάτιδες σε συγχωρούν
μα όχι και τα περιστέρια.


Πρόσφερες το κώνειο κρυφά
στο φιλοσόφων το ανοιχτό το στόμα
και θάμπωσες τη καθαρή ματιά
παιδιών αγέννητων ακόμα.

Η Αρετή δρόμος κλειστός
έργα εκτελούνται ΠΡΟΣΟΧΗ
μονόδρομος ο αφανισμός
στη σκοτισμένη σου ψυχή.

Στο απόσπασμα οι Γενναίοι σου
εκλιπαρούν να μη πυροβολήσεις
πριν τα πανάρχαια χρέη σου
στον Ουρανό ξοφλήσεις.

Πάνω από άνθος όταν σκύβεις
είναι μονάχα για να το μετρήσεις
όμως μια αίσθηση έτσι πνίγεις
αν το άρωμα του δε μυρίσεις.

Και ένα αστέρι όταν κοιτάς
με αφοσίωση πλανευτική
ξέρω την ομορφιά δε προσκυνάς
μα σκέτη αριθμητική.

Ξεκλείδωσε τη φυλακή
πάρε το δρόμο με μια ευχή
θα δεις στο επόμενο στρατί
του αστερισμού σου την αυλή.

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012




                    «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ»
                  «…Κανένας δεν έρχεται..κανένας δε φεύγει..».
       Το θέατρο του παραλόγου και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
(Προλογικά για την ιστορία:  δύο άντρες συναντιούνται καθημερινά σε ένα δρόμο, δίπλα σε ένα δέντρο, το οποίο άλλοτε έχει φύλλα και άλλοτε όχι. Περιμένουν κάποιον τον οποίον δεν γνωρίζουν αλλά ακούγεται εξαιρετικά σημαντικός για το μέλλον τους. Αυτός δεν έρχεται και οι δύο άντρες ψάχνουν τρόπους να απασχοληθούν, να διασκεδάσουν την ανία τους. Δοκιμάζουν διάφορα. Σκέφτονται ως ενδεχόμενο την αυτοκτονία. Προσπαθούν να θυμηθούν άλλες εποχές, άλλα μέρη που έχουν βρεθεί.)
Στο επίκεντρο του έργου ο πανικός που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν αναρωτιέται τι νόημα έχει η επιβίωση του, καθώς περιμένει το σκοτεινό και χωρίς προοπτική αύριο. Πανικός που εκφράζεται με απόλυτη σχηματική δράση και ρυθμό εφιαλτικής έμμονης ιδέας. Θέμα του έργου, λοιπόν, το εσωτερικό κενό, η αδυναμία του ανθρώπου, που περιμένει μάταια τη σωτηρία του. Μια παράξενη τραγική φάρσα όπου τίποτα δεν συμβαίνει. «Τίποτα δε γίνεται, κανένας δεν έρχεται, κανένας δε φεύγει. Είναι τρομερό!» λέει ένας ήρωας..Φράση-κλειδί στο έργο, που αρχικά θεωρήθηκε αντιθεατρικό και δεν έβρισκε αίθουσα, αλλά αργότερα επιβλήθηκε. Έγινε …σύνθημα! «Τι κάνω;» «Περιμένω τονΓκοντό..» και θριάμβευσε ως η μεγαλύτερη μεταπολεμική θεατρική επιτυχία.
Για το Μπέκετ, ο οποίος είναι κατά βάση κωμικός συγγραφέας, όσο άθλια και οδυνηρή και αν είναι η ανθρώπινη μοίρα, προσφέρεται για ωμό, μαζοχιστικό γέλιο.. Τίποτα δεν είναι πιο διασκεδαστικό από τη δυστυχία. Είναι το πιο κωμικό πράγμα του κόσμου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάντα έτοιμος για το μεγάλο υποθετικό ραντεβού.. ο Θεός, πάντως, αν αυτός είναι ο Γκοντό, δεν θα εκδηλωθεί. Η θέση του παραμένει κενή. Και ας διψάμε για οποιαδήποτε βεβαιότητα που θα μας καθησυχάσει και θα μας γαληνέψει, που θα μας επιτρέψει να δαμάσουμε τα φαντάσματα μας.
Καμία δράση, καμία ένδειξη τόπου και χρόνου.. ο συγγραφέας δίνει παραλλαγές του ίδιου θέματος χωρίς να καταλήγει πουθενά, χωρίς οι ήρωες του να αλλάζουν ψυχολογικά.
Ο άνθρωπος δυστυχώς φοβάται την ελευθερία, αποζητά την καταπίεση και λαχταράει( το βλέπουμε μέρα σε μέρα αυτό και φυσικά από αιώνα σε αιώνα) την ένταξη. Αν αυτά τα πικρά λόγια δεν αντιπροσώπευαν την αλήθεια , δεν θα είχαμε θρησκευτικούς πολέμους, δεν θα είχαμε καν πολιτικά κόμματα. Ο άνθρωπος λιώνει για  μια ταυτότητα που να τον βεβαιώνει πως δεν είναι μόνος και έρημος, αλλά πως ανήκει σε ένα κοπάδι. Γι αυτό φανατικά απαιτεί να αναγράφονται στη ταυτότητα του όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ιδιωτική του ζωή. Γι αυτό προσχωρεί σε αιρέσεις όσο το δυνατόν πιο αυστηρές. Εδώ και όσοι πιστεύουν σε έναν ανθρωπόμορφο Θεό με «στο χέρι το τεφτέρι» όπου καταγράφει τις πράξεις μας. Αμείλικτο τον πιστεύουν και τον πιστεύουν έτσι γιατί αυτό θέλουν. Θα με ρωτήσετε γιατί.. Γιατί ο άνθρωπος φοβάται πάνω απ’ όλα την ευθύνη.
Ποιος είναι λοιπόν ο Γκοντό και τι είναι το έργο; Πέρα λοιπόν απ’ όλες τις κριτικές και τους ορισμούς το έργο είναι απολύτως ανοιχτό. Η όποια άποψη εμπεριέχεται αρκεί να θελήσετε αυτήν, ειδικά αυτή να βρείτε. Όλες του τις φράσεις, τις έχουμε πει εμείς οι ίδιοι, πολλές από τις καταστάσεις του τις έχουμε ζήσει. Ο κάθε θεατής αναζητά σε ένα θεατρικό έργο μία έστω φράση που να του θυμίζει κάτι δικό του.. Που να τον εκφράζει όπως ένα τραγούδι άλλωστε.  Εδώ άδικα θα ψάξετε για μία φράση που θα θελήσετε να κάνετε ολόδικη  σας. Όλες προσφέρονται και όλες μας περιπαίζουν.  Όλες αρχίζουν και όλες μένουν μισές. Όπως οι προσδοκίες μας. Σαν το Γκοντό που είναι συγχρόνως μια προσδοκία και μια δικαιολογία.. για να συνεχίσουμε να ζούμε. Όλη η ανθρωπότητα σε ένα έργο.
Ένας λόγος σε συνεχή εκκρεμότητα, πυκνός και συνάμα ανοιχτός, οικείος και άμεσος και συνάμα εκρηκτικός, μυστικός και αποκαλυπτικός, ελίσσεται μέσα στο απλό αυτό δρώμενο και υποστατώνει κάθε χειρονομία, κάθε στάση και στοιχειώνει κάθε σιωπή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Περιμένοντας το Γκοντό είναι το πιο θεολογικό έργο του αιώνα μας, όχι γιατί μιλάει για τον Θεό, αλλά γιατί ο Θεός απουσιάζει, σιωπά, ηρακλείτεια, όπως η φύσις του Εφεσίου, φιλεί κρύπτεσθαι. Το αναίτιο της υπάρξεως, η ερημία του όντος κυριεύουν το κενό, το μηδέν, ώστε ο λόγος που εξέπεσε σε κουβεντολόι, ενώ ξεκίνησε ως μύθος και πλήρωση, να παίζει το ρόλο σχολίου σε ένα ανύπαρκτο κείμενο.  Τα υποκείμενα του Μπέκετ είναι ανεπίδοτα, χωρίς κατηγόρημα, χωρίς αντικείμενο, χωρίς προορισμό. Αποκομμένα από την ουσία τους συμβεβηκότα.  Κτίσματα τυχαία εριμμένα όπου ο τέκτονας αποσύρθηκε και κανένας δε τα διεκδικεί. Διατηρητέα αλλά και ακατοίκητα. Ο χρόνος είναι η μόνη κατηγορία σε αυτό το έργο που έχει νόημα. Σαν το βέλος του Ζήνωνος, που φαίνεται να κινείται μέσα σ’ ένα διαιρετό χρόνο, οι αντιήρωες του Μπέκετ καμώνονται ότι κινούνται, ενώ στη πραγματικότητα τίποτε δε κινείται μέσα σ’ ένα συμπαγή χρόνο. Τέλος το Περιμένοντας το Γκοντό είναι ουσιαστικά το τέλος του θεάτρου, επειδή η τέχνη ως ερμηνεία του κόσμου και της υπάρξεως δεν είναι παρά μόνο μια ακόμα αυταπάτη. Η τελευταία γοητεία που ασκεί το απρόσιτο.
Ο Μπέκετ έχοντας καταλάβει τα μηνύματα των καιρών, συζητεί για τη θέση του υποκειμένου στο μεταίχμιο των δύο –ισμών. Το πρόβλημα των δύο λακέδων του έργου είναι ότι έχουν (και καλλιεργούν) μια κεντρομόλο(νεωτερική) κοσμοθεωρία σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο ο οποίος την αρνείται. Εξ ου και η αμηχανία τους. Τα παίγνια τους υπό το φως της μελλοντικής παρουσίας του Γκοντό ασφαλώς και δε σημαίνουν απολύτως τίποτα. Υπό το φως όμως, της παρούσας απουσίας του, σημαίνουν τα πάντα, αφού κάπως έτσι δίνουν στην αναμονή μια παρουσία με νόημα που η αναμονή αρνείται και κατ’ επέκταση ο Μπέκετ. Δίνει όμως στο έργο του και στη ζωή μας ένα νόημα που τόσο το έργο όσο και η ζωή μας αρνούνται πεισματικά.

Μία από τις πλέον δυνατές στιγμές της παράστασης είναι αυτή κατά την οποία ο Εστραγκόν φωνάζει «Πεινάω!!!». Αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου. Γνωρίζουμε ότι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν στο κόσμο από τη πείνα, αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν μας αφορά, μέχρι που ένας ηθοποιός ζωντανεύει τη φρίκη μιας ανθρώπινης ύπαρξης που πεινάει και δεν έχει τίποτα να φάει. Οι εκατομμύρια βαθυστόχαστες και μη σελίδες που γράφονται καθημερινά δεν αξίζουν όσο ένα κομμάτι ψωμί για ένα πεινασμένο παιδί.

*  ο Σάμιουελ Μπέκετ  (13 Απριλίου 1906- 22 Δεκεβρίου 1989) ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.  Το 1969 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας , ενώ το 1984 εκλέχθηκε επικεφαλής της Aosdana, ένωσης ανθρώπων των Καλών Τεχνών της Ιρλανδίας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ  στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το «ταξίδι» είναι που αξίζει παρά τις δυσκολίες του.

Σημ.. Συμπίλημα από διάφορες κριτικές. 

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

ΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ




Aσημένιο φως και λευκό σκοτάδι δεν αντίκρισαν στη βουνίσια αυτή ξέρα
τα μάτια μου ακόμη μα σε κάποιο φεγγαρόλουστο χαλί της Σαντορίνης καθρεφτίζεται η κρυφή κορυφή του κόσμου. Μόλις οι παραλίες αδειάσουν από τους θορυβώδεις ανθρώπους αυτής της εποχής, στήνουν χορό οι ξωτικιές και οι μύλοι όλο γυρίζουν…

Όλο γυρίζουν οι μύλοι στο Αιγαίο και αλέθουν τη μαγιά του κόσμου. Με το μπλε, με το «ω», με το κυκλάμινο, με το δελφίνι. Απλώνεις και συ το χέρι σου σα προέκταση του κάθε νησιού, ένα ερημονήσι με μοναδικό του κάτοικο εμένα να καλεί να πάρω το στρατί για το ναυάγιο. Έτσι είναι… Τις ομορφιές του κάθε βυθού μονάχα τα ναυάγια τις ξέρουν. Μα είναι ακόμα νωρίς για την κατάφαση σου, Έρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά σα βασιλιάς που μόλις ενθρονίστηκε και οι λαμπυρίζουσες στάλες του ιδρώτα του πέφτουν στη θάλασσα σα μικρά μαργαριτάρια.
Τα βράδια δε κοιμάται μα μόνο ξεκουράζεται και αν τύχει να ρθει το φεγγάρι, ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι θα βρεις μονάχα εδώ στις πέτρες που αναδύουν απ’ το σκληρό τους δέρμα άρωμα γιασεμιού και ανάσα μέντας.

Όλα μπερδεύονται στη Σύρο, στη Δήλο και στην Αμοργό. Όλα ανακατώνονται στο Αιγαίο, σαν σε  παιδιού χεριών καμβάς χρωμάτων. Μόνο το φως δε μπερδεύεται και δουλεύει υπερωρίες. Μέρα και νύχτα.

Και είναι η ομορφιά τους τόσο επικίνδυνη, αχώρητη μες στην ασχήμια των καιρών που λες θα εκραγούν όλα και θα τελειώσουν σαν όνειρο που πετάγεσαι λουσμένος από κρύο ιδρώτα.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012


                                                            1
Είμαι αιώνια εγκλωβισμένη σε αυτή τη μικρή γωνιά της νύχτας από το μικρό μου
παράθυρο μόνο τ ’αστέρια φαίνονται όταν ξαπλώνω και παραδίνομαι στο ατελείωτο σιγανό βουητό του δρόμου, στα τρεμουλιαστά φώτα της εθνικής.
Είμαι εγκλωβισμένη σε αυτή τη λυτρωτική σιωπή που σε κάνει να ερωτεύεσαι
μα και να φοβάσαι πως ο κόσμος θα τελειώσει απόψε πάνω στο ζενίθ της ομορφιάς του.  Και όσο ακόμα μπορείς να θαυμάζεις το μικρό παράδεισο που σου χαρίζεται απλόχερα τόσο νιώθεις πως δε μεγάλωσες ποτέ.

Είμαι αιώνια εγκλωβισμένη με τους ίδιους ανθρώπους, φίλους και εχθρούς. Στις ίδιες άκαμπτες δομές λυγίζω τις αντοχές μου. Κόβω και ράβω συνεχώς στα μέτρα τους, στις επιθυμίες τους, στους παραλογισμούς τους. Και ύστερα μετανιώνω πικρά για ένα λόγο που δε τόλμησα να ορθώσω. Υπερασπίζομαι ότι δε με βοηθάει. Χωρίς σκοπό χωρίς προοπτική βαδίζω το μέλλον μου και δεν θέλω στο βαρύ δρόμο της ελευθερίας μου να χω ανάγκη από κανέναν. Δεμένοι σε έναν κύκλο υποχρεώσεων που όλες οι χάρες και οι βοήθειες δεν έρχονται από καθαρή αλληλεγγύη αλλά από ένα ασυνείδητο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα υποχρέωσης. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Ήμαστε δανειστές και δανειζόμενοι σε αυτούς που αγαπάμε, σε αυτούς που γνωρίζουμε και σε αυτούς που μισούμε.

Μα εγώ βρίσκω τον τρόπο. Πάντα θα βρίσκω τον τρόπο. Είναι η αγάπη για το Όμορφο, για τη Τέχνη για τον Έρωτα. Όλα για τον Έρωτα. Για το πρώτο καρδιοχτύπι και για το τελευταίο. Γιατί ακόμα και αν ξοφλήσουμε και μείνουμε ρέστοι, η φλόγα από τα μάτια μας δε σβήνει. Εκείνη μας συντηρεί. Είναι και κείνο το κρυφό του κόσμου το νόημα που δεν το βρίσκεις παρά μόνο στη μεγάλο πόνο, στη μεγάλη εγκατάλειψη. Γι αυτό σας λέω πάντα θα βρίσκω τον τρόπο, θα τον βρίσκουμε. Για όσες αμαρτίες κάναμε και θα κάνουμε παραμένουμε άνθρωποι αληθινοί με τα πάθη μας αυτά που μας απογειώνουν σε όλο μας το μεγαλείο και αυτά που μας γκρεμίζουν στη χειρότερη κόλαση. Ναι είμαι λάθος. Και όσο πιο γρήγορα με αποδεχτώ τόσο το καλύτερο για όλους τους.

Δεν αυταπατώμαι. Δεν αντιστέκομαι. Δεν σχεδιάζω. -Δεν κοιτάζω ούτε "Δεξιά" ούτε "Αριστερά". ’Όπου και αν βρω μια Αλήθεια τη μαζεύω...όλα τα άλλα είναι για τους μονο-κατευθυνόμενους!  Συνεχίζω να ονειρεύομαι. Ξέρω πως η καθημερινότητα σε πάει πιο μακριά όσο κοντά σε φέρνει στο θάνατο. Και κείνη ένας κύκλος που να ξεφύγεις δε μπορείς σα σε βαγόνι κλεισμένος ενός τραίνου εκτροχιασμένου προς ολοταχώς για τη μεγάλη θάλασσα. Τι περιμένουμε να ζήσουμε στη καθημερινότητα αφού λεφτά για τα Σαββατοκύριακα δεν έχουμε; Χα! Τι πεζή τοποθέτηση! Και πόσο ξοδευτήκαμε στις βαρύγδουπες φιλοσοφίες!
Δε θέλω να δεσμευτώ με κανένα όνειρο, με καμία αυταπάτη, δε θέλω να δώσω χώρο και χρόνο σε κανέναν. Ανασυντάσσομαι..
Όχι με νέα δύναμη.
Αλλά με μια ήρεμη πια άφεση.
Δε παραιτούμαι.
Δε κλείνω πληγές.
Αλλά στέκομαι στη σωστή γωνία. Εκεί που φυσάει ο άνεμος της αλλαγής.


Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

ΑΠΩΛΕΙΕΣ




Αν βγω να σε ζητήσω
Θα κάτσω απλά μες στ’ όνειρο να περιμένω.

Ξέρω τα όνειρα δε με δικαίωσαν ποτέ
μα δεν είναι αυτό το τραγικό…

Είναι που χτυπήθηκα τελικά τόσο αλύπητα
στους γκρίζους τοίχους της πραγματικότητας
της οποίας η δικαίωση είναι το πιο παράλογο όνειρο.

Δυο δυο έρχονται οι απώλειες
να μη χαθούν τυφλές που είναι.

Θα πεις∙ και  η ελπίδα τυφλή βαδίζει
μα εκείνη έρχεται μόνη.
Ποιος βρέθηκε ποτέ συνοδοιπόρος δίπλα της με υπομονή;

Δυο δυο έρχονται οι απώλειες
μα τόσο αργείς να καταλάβεις
η μια μυρίζει θυμίαμα, λιβάνι και γαρύφαλλο
και η άλλη ρόδο, γιασεμί και μέλι.

Είναι ο Θάνατος απώλεια ξεκάθαρη οριστική
Και ο ¨Έρωτας δόσεις μικρές δηλητηρίου
ύπουλες, προκαταβολικές.

Μα έχει τ’ όνειρο κάτι αθώο ακόμα
Και δούναι και λαβείν με τη δικαίωση δεν έχει
Και έτσι ποτέ δεν έρχονται απώλειες
Ποτέ και έκτακτες εισφορές.

Εκεί θα περιμένω…