Εύχομαι φέτος να γεννηθεί στις καρδιές μας πρώτα ο Χριστός γιατί όλα τα άλλα δεν έχουν καμία αξία. Διάβαζα χθες αποσπάσματα από το «Μητερικόν». Για τους φοιτητές της Θεολογίας, είναι γνωστό και το Γεροντικό και το Μητερικό, ως ανέκδοτες ιστορίες και αποφθέγματα μοναχών, οσίων , ομολογητών και ασκητών που έζησαν αιώνες πριν από μας ανώνυμα πολλές φορές, σαν θηρία πολλές φορές αλλά με αγάπη για τον άνθρωπο που σήμερα λες ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟ, όπως λες το ίδιο για την απύθμενη ανθρώπινη κακία που συναντάμε και ακούμε καθημερινά. Ναι , σ αυτόν τον κόσμο εκτός από τα ανθρώπινα «τέρατα» που κάνουν εγκλήματα που σε αφήνουν άφωνο για την ανθρώπινη φύση υπήρξαν και υπάρχουν και αυτοί που σε αφή νουν άφωνο για το αντίθετο. Και γι αυτούς και μόνο λυπάμαι που σήμερα ακούγονται μόνο οι φωνές των «επαγγελματιών» ιερέων που δυστυχώς ντροπιάζουν το αληθινό θησαυρό της πίστης μας. Από την άλλη όμως , στην Ελλάδα του γραφικού, έχει γίνει και μια τεράστια παρεξήγηση με την φύση κάποιων πραγμάτων. Πιστεύω πως πρέπει να είσαι θεραπευτής όχι κριτής αλλά όχι και να «χαϊδεύεις αυτιά»… Π.χ μια ομάδα ανθρώπων που πάσχουν από μανιώδης κατάθλιψη δεν είναι μεν αποβράσματα αλλά συνεχίζουν να είναι «άρρωστοι» και το δικαίωμα τους να κάνουν κακό στον εαυτό τους και στους γύρω τους δεν απαλλάσσεται από την κριτική. Η ομοφυλοφιλία σήμερα, είναι σύμπτωμα κοινωνικό και ψυχολογικό περισσότερο παρά σωματικό. Είναι η διαταραχή μέσα μας, της ισορροπίας του αντρικού και θηλυκού στοιχείου , που έχουμε όλοι μας και που ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο σεξισμός, οι εφήμερες σχέσεις, η μόδα, ο φεμινισμός , ο γενικός αξιακός αποπροσανατολισμός έχει φέρει το ανθρωπινό πρόσωπο σε μεγάλο διχασμό. Οι σχέσεις του άντρα και της γυναίκας είναι πολύ σοβαρές, είναι μυστηριακές, είναι αρχέτυπα θεικών υπάρξεων, είναι ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΜΕΓΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ, και δε τα λέω εγώ όλα αυτά, τα λένε οι πολύ προοδευτικοί και μεγάλοι ψυχολόγοι Πατέρες μας (βλέπε «Η Γυναίκα και η Σωτηρία του Κόσμου, Παύλου Ευδοκιμώφ). Μπορεί ο καθένας και έχει δικαίωμα ο καθένας στο μπάχαλο κοινωνικό σύστημα που εντασσόμαστε να κάνει ότι θέλει όμως η αλήθεια είναι πάντα μία. Τώρα θα μου πείτε, τι περιμέναμε άλλο; Το σύμφωνο συμβίωσης μας πείραξε; Όχι εγώ το θεωρώ δεδομένο σε μια κοινωνία χαμένη από χέρι, το θεωρώ δεδομένο σε μια Ελλάδα γραφική, το θεωρώ δεδομένο να πηγαίνουμε μπροστά με την όπισθεν.. Γιατί οντολογικώς πας πίσω.. σε ένα κόσμο ανδρικό όπως λέει ο αγαπημένος πατήρ Ευδοκιμώφ, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το γυναικείο στοιχείο, η «μητρότητα» που γεννά και ανδρώνει τον άντρα και έτσι ο άντρας βαλτώνει και ψάχνει αλλού τη γυναίκα… Χαμένα , αποπροσανατολισμένα τα δύο φύλα αντί να συμπληρώσουν και να συμπληρωθούν μέσα στην δυική πληρότητα, τους γεννούν το τρίτο… Εύη Τ.
Γράφω γιατί.. δε μπορώ να πετάξω! Μα κάποιος μακρινός μου πρόγονο ς μπορούσε και γω είμαι η εξέλιξη της φυσικής επιλογής πια.. Homo poeticus.
Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015
ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ
Γιατί για μένα αυτός είναι καλλιτέχνης... Διαβάζω τελευταία συνεντεύξεις, δημοσιεύσεις στο facebook, και αποκαλύψεις ζωών γνωστών ηθοποιών και καλλιτεχνών γενικά και θλίβομαι... Θλίβομαι και απογοητεύομαι από το μηδενισμό που εισχώρησε παντού. Κάποτε ο καλλιτέχνης ήταν ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΟΣ, στις ιδέες του στις αξίες του τόπου του, πάλευε και παιδαγωγούσε μέσα από την τέχνη του. Σήμερα κερδοσκοπεί, φλερτάρει με τον τηλεοπτικό ναρκισσισμό, περιφρονεί τις αξίες του γένους από τις οποίες αιώνες τώρα κρατιέται, ντύνεται τον δήθεν προοδευτισμό και τη θολοκουλτούρα, το δήθεν , το ευρωπαικό και τη βλαχομαγκιά, και συνεχως με αηδιάζει...Είναι Τέχνη όχι μόνο να πρωτοτυπείς μα περισσότερο να αναδημιουργείς στις παραδεδομένες αξίες. και υπό αυτή την έννοια είμαι παραδοσιάκη και όχι συντηρητική. έχουμε χρέος και οι ερασιτέχνες καλλιτέχνες και οι επαγγελματίες και βαρύτατη ευθύνη έναντι της κοινωνίας και την πολιτιστικής ανάπτθξης. Όχι να βγαίνει στα κανάλια π.χ η Θάλεια Ματίκα να λέει ότι δεν αποφασίζει να βαφτίσει το παιδί της γιατί θα τρομάξει από τα γένια του παπά(!). Έλεος, αυτά τα παιδιά μεγαλώνουμε, αυτές τις αξίες περνάμε σαν πρότυπα και τόσες άλλες αναγούλες που διαβάζω κάθε μέρα αλλά δε συγκρατώ! ¨οτι κάνει ο καθένας είναι δική του επιλογή αλλά υπό τη σημαία της Τέχνης και του φόβου του αναχρονισμού έγιναν όλοι ΔΗΘΕΝ και μεταλλαγμένοι. ¨Ημαστε 10 εκατομμύρια Έλληνες που ζούμε σε αυτή τη χώρα μεταλλαγμένοι, "αιρετικοί"(αφού ο καθένας πιστεύει σε ότι θέλει κάτω από μια ενιαία γραμμή που την προσαρμόζει κατά το δοκούν) και πραγματικοί μετανάστες..Μετανάστες χρονικοί... Πήραμε απόσταση από τον πολιτισμό μας και τις αξίες μας. Εύη Τ.
http://www.protothema.gr/life-style/Gossip/article/266517/alkinoos-ioannidhs-antikatasthsame-ton-erota-me-to-striptizadiko/
«Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε», γράφει ο Κύπριος τραγουδοποιός για την κρίση στην πατρίδα του και προσθέτει: «Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα»
Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια γίνονται μαχαίρια. Οπως το κείμενο του Αλκίνοου Ιωαννίδη για την Κύπρο. «Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε», γράφει ο Κύπριος τραγουδοποιός για την κρίση στην πατρίδα του και προσθέτει: «Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης...»
Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης μέσα από τις γραμμές ενός κειμένου που έγραψε ο ίδιος και αναδημοσιεύει το left.grξεσπαθώνει και κατακεραυνώνει τους κυβερνώντες στην Κύπρο αλλά και τον ίδιο τον λαό που έζησε σε ένα «ξοδεμένο, ανέραστο, ανίερο παρόν», που αντάλλαξε τον έρωτα με το στριπτιτζάδικο.
Διαβάστε όλο το άρθρο:
Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλύνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το ’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δε ζει καλά, κανείς δε ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως, όποιο κομμάτι μας έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας “Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015
ΕΓΩ ΨΗΦΙΖΩ ΝΥΧΤΑ
Τι είναι λοιπόν πιο ποιητικό με κάνεις και αναρωτιέμαι
να μιλώ για βράδια ή για νύχτες;
Με ρωτάς τι είναι ένα βράδυ..
Ένα βράδυ είναι
μια μικρή γειτονιά που κοιμάται ήσυχη και ανυποψίαστη
κάτω από το φως μιας μόνης λάμπας.
Βράδυ είναι το κλάμα ενός πεινασμένου σκύλου σε ένα ασφυκτικό σοκάκι
ο ήχος μιας νταλίκας που σβήνει στο βάθος του δρόμου με τα φώτα.
Βράδυ είναι ΕΣΥ μακριά μου.
Και τι είναι μια Νύχτα ξαναρωτάς.
Νύχτα είναι το σώμα σου δίπλα στο δικό μου
έστω και χωρίς φεγγάρι
έστω και χωρίς αστέρια.
Λοιπόν… τι είναι πιο ποιητικό;
E.T
να μιλώ για βράδια ή για νύχτες;
Με ρωτάς τι είναι ένα βράδυ..
Ένα βράδυ είναι
μια μικρή γειτονιά που κοιμάται ήσυχη και ανυποψίαστη
κάτω από το φως μιας μόνης λάμπας.
Βράδυ είναι το κλάμα ενός πεινασμένου σκύλου σε ένα ασφυκτικό σοκάκι
ο ήχος μιας νταλίκας που σβήνει στο βάθος του δρόμου με τα φώτα.
Βράδυ είναι ΕΣΥ μακριά μου.
Και τι είναι μια Νύχτα ξαναρωτάς.
Νύχτα είναι το σώμα σου δίπλα στο δικό μου
έστω και χωρίς φεγγάρι
έστω και χωρίς αστέρια.
Λοιπόν… τι είναι πιο ποιητικό;
E.T
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015
ΤΟ ΝΑΡΚΟΠΕΔΙΟ
Θα θέλα να γράψω ένα ποίημα που να μη τελειώνει ποτέ. Μα
γίνεται;
Εδώ τελειώνει η ζωή μας τελειώνει τόσο γρήγορα που ούτε καν
το Σύμπαν δε θυμάται.
Να ξυπνήσω το πρωί σε ένα σωρό από χαρτιά και να χω κάνει
το μεγάλο της ζωής
μου ταξίδιον. Έτσι και αλλιώς δεν
ονειρεύομαι πια
ζω μέσα στο όνειρο. Και αυτό έχει διαφορά.
Οι μέρες ήσυχα και όμορφα περνούν, με μικρές χαρές σχεδόν
κατανοητές.
Αποδέχομαι απλά ότι συμβαίνει ή δε συμβαίνει ή αντλώ άνωθεν δύναμη;
Δε περιμένω τίποτα πια. Δε ξέρω αν έχω μέλλον για να αγχωθώ
γι αυτό.
Φρόντισαν κάποιοι γι αυτό, να το εξαφανίσουν μαζί και κάθε
ίχνος.
Σαν χειροβομβίδα είν η ζωή μου στα χέρια ολωνών.
Ένας να με πετάξει θα τιναχτούν όλα στον αέρα.
Εύφλεκτο υλικό η ψυχή μου και σαν ανίδεα παιδιά παίζουν μαζί
της όλοι.
Σε ένα ναρκοπέδιο από λόγια, ματωμένα φιλιά
και προδομένα χάδια
που πρέπει να βαδίσω.
Πώς να μιλήσω, να εκφραστώ να μη γρατζουνίσω
την τσαλακωμένη ευγένεια των υποκριτών;
Απ τις γρίλιες της φυλακής μου κρυφοκοιτάζω τη ζωή μου.
και το αηδόνι με συντροφεύει παντού.
Στα ψηλά σκαλοπάτια του πνεύματος μας γνέφει η ελευθερία.
Μες τη σιωπή ακούω μονάχα τα βήματα της μοίρας.
Και η ποίηση στέκει με βαθιά σιωπή ακλόνητη φίλη που συμπονά
τέτοιος είναι ο ρόλος της σιωπηλός σα τη τραγική ώρα μες τη
νύχτα που
πλησιάζει.. Στο Ναρκοπέδιο της ζωής πρέπει κανείς να
σωπαίνει
όχι για το ιερό του θέματος, το ρομαντικό ή ατμοσφαιρικό
απλά για να μείνει συγκεντρωμένος να συντονίζει τα βήματα
του
μακριά απ το θάνατο.
ΧΑΣΜΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ...
Ανάμεσα στο μηχανιστικό στάδιο που βρισκόμαστε σαν ανθρωπότητα και στο μεταφυσικό που εξορίσαμε στο πυρ το εξώτερον, βρίσκεται το φυσικό, η φυσιολογική επαφή του φυσικού, την οποία ξεχάσαμε. Βρισκόμενοι κάθε μέρα μπροστά σε μια οθόνη ηλεκτρονικού υπολογιστή, τηλεόρασης ή κινητού, χάνουμε τη φυσικότητα μας, μηχανοποιούμαστε, και ως εκ τούτου απομακρυνόμαστε από το μεταφυσικό, από τη δυναμική εξέλιξη του είδους μας πέρα από την αυτοσυντήρηση και το νόμο της ανάγκης.
0 άνθρωπος σήμερα δεν είναι ορθολογιστής, όπως υποστηρίζουν πολλοί. 0 ορθολογισμός προϋποθέτει μια κάποια επαφή με το φυσικό νόμο, με τη λειτουργία του λόγου. 0 άνθρωπος σήμερα είναι μηχανή και λειτουργεί ως τέτοια, κολλημένος στο παραλογισμό, στην πολυπλοκότητα και την τύπου matrix καταχώρηση δεδομένων. Η απλότητα όμως είναι φυσική. Τα αλγοριθμικά συστήματα των υπολογιστών βασίζονται στα ανώτερα μαθηματικά αλλά ακολουθούν μια πορεία πλέον ανεξέλεγκτης εξελικτικής διασποράς. Τόσο περίπλοκη και δήθεν καλά δομημένη που μπορεί να καταρρεύσει σε δευτερόλεπτα συμπαρασύροντας τον «ασφαλή» μας όπως πιστεύουμε μικρόκοσμο.
Χρήσιμη εφεύρεση το «αντιγραφή και επικόλληση» αλλά κάπου στη διαδρομή ξεχάσαμε το " δημιουργία και πρωτοτυπία." Τον υγιή βασανισμό των εγκεφαλικών μας κυττάρων και αυτό σε συνδυασμό με τον υπερτροφικό εγωισμό μας( άλλη μεγάλη κουβέντα και αυτή) δημιουργούν τις μάστιγες της εποχής μας: Αλτσχάιμερ, άνοια, και ένα σωρό νευρολογικές και ψυχολογικές παθήσεις. Εύη Τ. (Σκόρπιες σκέψεις).
Χρήσιμη εφεύρεση το «αντιγραφή και επικόλληση» αλλά κάπου στη διαδρομή ξεχάσαμε το " δημιουργία και πρωτοτυπία." Τον υγιή βασανισμό των εγκεφαλικών μας κυττάρων και αυτό σε συνδυασμό με τον υπερτροφικό εγωισμό μας( άλλη μεγάλη κουβέντα και αυτή) δημιουργούν τις μάστιγες της εποχής μας: Αλτσχάιμερ, άνοια, και ένα σωρό νευρολογικές και ψυχολογικές παθήσεις. Εύη Τ. (Σκόρπιες σκέψεις).
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015
Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΕΛΙΚΑ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Ποιος είπε πως αυτός ο κόσμος είναι μόνο κόλαση; Κόλαση αγαπητοί μου είναι οι σχέσεις που φτιάχνουμε μεταξύ μας και η κατάντια μας..ο κόσμος είναι στολίδι και Παράδεισος και μάλιστα όταν ανακαλύπτω έστω και σε φωτογραφίες τέτοια μέρη, αναρωτιέμαι ποια η φυσική και λειτουργική αναγκαιότητα να είναι ένα τόπιο τόσο όμορφο και ιδεαλιστικό; Η αναγκαιότητα ήμαστε ΕΜΕΙΣ. Υπάρχει εκεί όχι για να εξυπηρετήσει έναν χρησιμοθηρικό σκοπό, όπως θέλει η εποχή μας αλλά μόνο και μόνο για να ΘΑΥΜΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΩΡΑΙΟ...
ΜΙΛΗΣΕ ΚΑΝΕΙΣ;;
Όταν τελειώνει η μέρας, στην απέραντη ησυχία της νύχτας, στα αυτιά μου πιο εκκωφαντικά από πριν αντηχούν ακόμα οι ήχοι της ημέρας, φωνές, πολλές φωνές, δυνατές, ήρεμες, νευριασμένες, απαιτητικές, κορναρίσματα, μηχανές ένας θόρυβος επαναλαμβανόμενος που μόνο θόρυβος και μάλιστα κακόγουστος είναι...Ουσία μηδέν...
"Μίλησε κανείς; Είπε κανείς κάτι;
Κατάφαση μου αντιγυρίζει ή ερώτηση: Είπε Κανείς Κάτι.
Ο τόνος πέφτει στο Κανείς και η τελεία αδυσώπητη.
Μα η ερώτηση πρέπει να επαναδιατυπωθεί για να λάβει
όλο το τραγικό της μέγεθος:
Έχει κανείς να πει Κάτι;
Ο τόνος πέφτει στο «έχει»..
Να ναι τόσο ευρύχωρα, ανεξερεύνητα τα όρια των λέξεων και μεις να
μάστε εγκλωβισμένοι σε χωματερές τετριμμένων.
Μα, θα πει κανείς, η φτώχεια είναι εσωτερική υπόθεση και απλά
Εξαγγέλλεται λεκτικά.
Λοιπόν, περιμένω υπομονετικά- εώς πότε δε ξέρω- μέσα στην απόλυτη ερημιά
του θορύβου να ακούσω Κάτι…
Ας είναι και αναστεναγμός.
Θα αναγνωρίσω τα ηχητικά κύματα της σοφίας του.
Τραγικό να κυβερνιέσαι πέρα δώθε, μέσα- έξω και επί τα αυτά
από ανθρώπους που δεν έχουν να πουν Κάτι
μα που η ασημαντότητα τους σπρώχνει να ξεχωρίσουν από
το πλήθος των ασημάντων.
Αν δεν επέμενες τις ελεύθερες ώρες σου να λύνεις σταυρόλεξα , ίσως
και να ξέμπλεκες το κουβάρι της καθημερινότητας σου, τα ορόσημα της κάθε ημέρας,
ούτως ώστε να μην περίμενες τώρα κάποιον να πει Κάτι.
Η φύση ψιθυρίζει γλυκά το κρυφό νόημα του κόσμου, σιωπηλή
αιώνες τώρα και ο έχων ώτα ακουέτο…" Ε.Τ
Κατάφαση μου αντιγυρίζει ή ερώτηση: Είπε Κανείς Κάτι.
Ο τόνος πέφτει στο Κανείς και η τελεία αδυσώπητη.
Μα η ερώτηση πρέπει να επαναδιατυπωθεί για να λάβει
όλο το τραγικό της μέγεθος:
Έχει κανείς να πει Κάτι;
Ο τόνος πέφτει στο «έχει»..
Να ναι τόσο ευρύχωρα, ανεξερεύνητα τα όρια των λέξεων και μεις να
μάστε εγκλωβισμένοι σε χωματερές τετριμμένων.
Μα, θα πει κανείς, η φτώχεια είναι εσωτερική υπόθεση και απλά
Εξαγγέλλεται λεκτικά.
Λοιπόν, περιμένω υπομονετικά- εώς πότε δε ξέρω- μέσα στην απόλυτη ερημιά
του θορύβου να ακούσω Κάτι…
Ας είναι και αναστεναγμός.
Θα αναγνωρίσω τα ηχητικά κύματα της σοφίας του.
Τραγικό να κυβερνιέσαι πέρα δώθε, μέσα- έξω και επί τα αυτά
από ανθρώπους που δεν έχουν να πουν Κάτι
μα που η ασημαντότητα τους σπρώχνει να ξεχωρίσουν από
το πλήθος των ασημάντων.
Αν δεν επέμενες τις ελεύθερες ώρες σου να λύνεις σταυρόλεξα , ίσως
και να ξέμπλεκες το κουβάρι της καθημερινότητας σου, τα ορόσημα της κάθε ημέρας,
ούτως ώστε να μην περίμενες τώρα κάποιον να πει Κάτι.
Η φύση ψιθυρίζει γλυκά το κρυφό νόημα του κόσμου, σιωπηλή
αιώνες τώρα και ο έχων ώτα ακουέτο…" Ε.Τ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













