Συσπειρώθηκε γύρω από την
Εκκλησία για να αποφύγει
εκλατινισμούς και εξισλαμισμούς.
Παράλληλα, πρόβαλλε ξανά την αρχαία ελληνική κληρονομιά, για να διαφυλάξει τη γλώσσα και την ταυτότητα του από
τον περιρρέοντα εθνικιστικό βαλκανικό
«πυρετό»,
Σ' αυτό το σημείο βέβαια πρέπει να
επισημάνουμε πως η ελληνική γλώσσα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την επαφή της με τις γλώσσες
του κατακτητή. Πολλές άγνωστες λέξεις και εκφράσεις πέρασαν στην καθημερινή μας ομιλία και αφομοιώθηκαν σε τέτοιο
βαθμό, ώστε να μην είναι πλέον εύκολα
αναγνωρίσιμες ως ξένες. Μάλιστα, το φαινόμενο εντατικοποιήθηκε μετά τη
Μικρασιατική καταστροφή και την προσέλευση
χιλιάδων προσφύγων. Ανήσυχο το ελληνικό πνεύμα δεν μοιρολάτρισε μετά την Άλωση της Πόλης το 1204, αλλά
δημιούργησε αυτοκρατορικές εστίες
στη Νίκαια, στην Τραπεζούντα, στο
Μυστρά, στη Θεσσαλονίκη. «Έλαμψε» για
τελευταία φορά λίγο πριν το τέλος, με την «παλαιολόγεια» άνθιση σε όλους τους τομείς. Η πορεία όμως της Βυζαντινής Αναγέννησης αποκόπηκε βίαια το 1453 και μεταφέρθηκε στη Δύση, με τη μετανάστευση πολλών Ελλήνων λόγιων, εμπνέοντος την εκεί Ευρωπαϊκή Αναγέννηση.
Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ
Ξαναγυρίζοντας στις μνήμες των δύο Αλώσεων, διαπιστώνουμε ότι η λαογραφία μας βρίθει από ιστορίες και θρύλους σχετικά με την αποφράδα εκείνη μέρα του 1453, ενώ αναλογικά είναι πολύ λιγότεροι οι θρύλοι οι σχετικοί
με εκείνη του 1204.
Περίφημες και διαχρονικές είναι λόγου χάρη οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά, τα μισοτηγανισμένα ψάρια, καθώς και για το σημείο στη θάλασσα της Προποντίδας που είναι πάντα γαλήνιο και ευωδιαστό, λόγω του ότι εκεί βούλιαξε η Αγία
Τράπεζα, που βρισκόταν μέσα στην Αγια Σοφιά...
Όλες αυτές οι ελπίδες του απλού
λαού για την επανάκτηση της Πόλης στα μετέπειτα χρόνια -και κυρίως μετά την επανάσταση του 1821 και τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού κράτους- θα αποτελέσουν τη «ζύμη» για τη δημιουργία της Μεγάλης Ιδέας. Η
Μεγάλη αυτή Ιδέα θα εκφραζόταν πλέον
μέσα από την επίσημη κρατική πολιτική
και εκπροσωπήθηκε από πολλές και
διαφορετικές εξέχουσες φυσιογνωμίες
του έθνους.
Το όραμα όμως μίας νέας
βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπου Έλληνες θα θεωρούνται όσοι μιλούν την ελληνική γλώσσα
και κατέχουν την ελληνική παιδεία, εμφανίστηκε σε πρώιμο εμβρυακό στάδιο, ήδη από τον 18ο και 19ο
αιώνα. Κυρίως αναδύθηκε στο
κράτος της Νίκαιας
μετά την κατάληψη της
Πόλης το 1204, αλλά και αργότερα
στα 1261, όπου ο Μιχαήλ Η' ο
Παλαιολόγος, αφού ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε χρυσόβουλο (δηλαδή αυτοκρατορικό διάταγμα)
διατυπώνοντας τη Μεγάλη Ιδέα ανασύστασης του
βυζαντινού κράτους, χρησιμοποιώντας
πια τη λέξη Ελλάς·. Στα χρόνια
που ακολούθησαν μετά την επανάσταση
του 1821, όπου το κράτος προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις
στάχτες του, οι προσδοκίες του να
προσεγγίσει τους ρυθμούς ανάπτυξης της Δυτικής Ευρώπης και να κερδίσει την εκτίμηση της μοιάζουν με αγώνα δρόμου... Η μικρή Ελλάδα έρχεται πάντα τελευταία και καταϊδρωμένη!
Τα κατάλοιπα της συμβίωσης της για αρκετά
χρόνια με κατακτητές δημιούργησαν πάμπολλες
αρνητικές στάσεις και συμπεριφορές, κυρίως
στο επίπεδο του δημοσίου βίου. Η
πολιτική άρχισε με τα χρόνια να ταυτίζεται
με τη διαφθορά και να κυριαρχεί το πελατειακό σύστημα και το «ρουσφέτι».
Ο λαός χάνει σταδιακά την
εμπιστοσύνη του στους εκπροσώπους του, φτάνοντας σήμερα
στην κατάσταση του «βολέματος» και του
«ωχαδερφισμού». Ακόμα και ο συλλογικός, σε αδιάλειπτη συνέχεια, εθνικός χαρακτήρας του Έλληνα με τα χρόνια υπόκειται σε μεταβολές, ώστε
να φτάσει να διατηρεί σήμερα όλο και
λιγότερα όμοια χαρακτηριστικά με τους
ένδοξους προγόνους του. Το πολυδιαφημισμένο δε ελληνικό φιλότιμο
κατάντησε πλέον γραφικό! Οι δύο
πολιτιστικές κατευθύνσεις, ανάμεσα στις οποίες κλυδωνίζεται το
νεοελληνικό έθνος από τα γεννοφάσκια του,
διαγράφονται καθαρά στην αιώνια μεταφυσική
διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις μας, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η «συμπρωτεύουσα» διατηρεί περισσότερες «πονεμένες» μνήμες, καθότι υπήρξε πολυεθνική
πόλη στο παρελθόν. Εξαιτίας αυτού του
γεγονότος, οι συγκρούσεις εθνικών
ομάδων με αντικρουόμενα συμφέροντα
είναι συνεχείς και επαναλαμβανόμενες. Η Θεσσαλονίκη όμως στη
συνείδηση των κατοίκων της -και όχι μόνο- έχει
μείνει ως το υποκατάστατο της Κωνσταντινούπολης ή αλλιώς η αδελφή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Βασιλεύουσα ήταν η μάνα για
τους προσφυγικούς πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα, περισσότερο επηρεασμένη από τους αναγεννησιακούς ρυθμούς, φιλοξενούσε
επί χρόνια όλους αυτούς που οραματίζονταν
μία νέα Αρχαία Ελλάδα διαγράφοντας
το βυζαντινό παρελθόν της. Υπήρξε
τελικά η πόλη που εκπροσώπησε τον ορθολογικό τρόπο ζωής και προσανατολίστηκε στην τεχνολογική ανάπτυξη και
στη δημιουργία ευνοϊκών
σχέσεων με τη Δύση. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε
ήδη, ένα γεγονός που ενίσχυσε την
πόλωση αυτή είναι ο μεγάλος αριθμός
προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη
και προσέθεσαν «μπόλικες δόσεις
νοσταλγίας» στην ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα
της.
Ο
ΕΛΛΗΝΑΣ, ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ
ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Συχνά έχω την αίσθηση ότι το σημερινό ελληνικό κράτος υιοθετεί ασυναίσθητα ίσως σε μεγάλο βαθμό- μερικές από τις συμπεριφορές «απόγνωσης» που χαρακτήριζαν το μεγάλο του «πρόγονο·, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όπως εκείνη
τότε, έτσι και αυτό σήμερα, χρησιμοποιεί πολλές φορές πολιτική συμβιβασμού με τα δυτικά κράτη, κυρίως δε με τις ΗΠΑ.
«Εξουσιοδοτεί» επίσης το δικαίωμα να λαμβάνονται κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις ερήμην του. Το ελληνικό κράτος
διακατέχεται από ανεξήγητο πανικό ότι θα
Η πολιορκία της Πόλης σε γαλλική μινιατούρα.

μείνει «πίσω» κατά
κάποιον τρόπο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ή
πως κάθε διαφωνία του με την Αμερικανική
Αυτοκρατορία θα το φέρει στα πρόθυρα
του πολέμου. Αυτός ακριβώς ο φόβος
έχει ως αποτέλεσμα την «υποτακτική»
συμπεριφορά του. Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως
αυτή η ιστορική του ομοιότητα στο
θέμα της εξωτερικής πολιτικής με τη
Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οδηγήσει σε
παρόμοια κατάρρευση... Και τότε τι
μηχανισμούς αντίστασης θα μπορέσει να δημιουργήσει ο νεοέλληνας, με την παρούσα σύγχυση που τον
γεμίζει ανασφάλεια;.. Δυστυχώς στις μέρες μας, το εθνικό συναίσθημα και ο πατριωτισμός θεωρούνται πράματα «μπανάλ». Ταυτίζονται, δυστυχώς, με συνθήματα που χρησιμοποίησαν κατά
καιρούς διαφόρων κατευθύνσεων
πολιτικές ομάδες ή ιδεολογίες. Μέρα
με τη μέρα, βλέπουμε την ιστορία μας να αποσιωπάται -και στη χειρότερη περίπτωση να νοθεύεται-στο όνομα μιας ελληνοτουρκικής ή δεν ξέρω κι εγώ τι
άλλο φιλίας! Το γεγονός αυτό θέτει
αυτόματα σε αμφισβήτηση τις πικρές
μνήμες του απλού λαού για εκείνα τα
χρόνια της υποδούλωσης μας, ενώ από
την άλλη, οι αιώνιοι «εχθροί» μας νοθεύουν την ιστορία για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, την ενίσχυση της εθνικής τους συνείδησης. Ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες, παρ' όλη την
πολιτιστική παιδεία τους και το υψηλό φρόνημα, ήταν απόλυτοι, κατηγορηματικοί και συνειδητοποιημένοι όταν έλεγαν ότι Έλληνες είναι μόνο αυτοί που μιλούν και σκέφτονται ελληνικά. Όλοι οι
άλλοι είναι απλά βάρβαροι,
ούτε καν ξένοι ή αλλοδαποί!
Και αυτό θα πρέπει να
αναλογιζόμαστε κάθε φορά που ξεχνάμε ή επιλέγουμε να ξεχνάμε, αλλά και από την άλλη να έχουμε το θάρρος να αντικρίζουμε τα δικά μας ιστορικά λάθη.
Ο Έλληνας -κατά καιρούς και ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες- έδωσε διάφορα ονόματα στην εθνική του ταυτότητα,
τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για διάφορους
σκοπούς. Επικράτησαν δε ως διαχρονικές τάσεις του
να αυτοπροσδιορίζεται. Αυτά τα
ονόματα είναι ο Γραικός, ο Ρωμιός, ο Έλληνας και ο Ελληνιστής Κοσμοπολίτης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι
ανάγκη να συνενωθούν αυτές οι τάσεις στη
συλλογική ελληνική ψυχή, για πιο πλήρη και ολοκληρωμένη ιστορική συνείδηση, ώστε να αρθεί το αδιέξοδο της εθνικής σύγχυσης. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έκανε κάποτε ένας πολύ καλός φίλος μου, όταν είπε ότι ο Έλληνας είναι ένα μικρό Βυζάντιο: Ανεβαίνει, δοξάζεται, πέφτει, υποτάσσεται και
σιγά-σιγά ξανασηκώνεται!
ι πηγεσ]
•
Γιώργος Καραμπελιάς, 1204:
Η Διαμόρφω
ση του Νεώτερου
Ελληνισμού, Εναλλακτικές
Εκδόσεις
•
Τόνια Κουσιοπούλου, Βασιλεύς ή Οικονό
μος: Πολιτική Εξουσία και Ιδεολογία πριν την
Άλωση, Πόλις
• Θεόδωρος
Ζιάκας, Αυτοείδωλον εγενόμην...,
Αρμός
•Νίκος Γ. Ζαχαρόπουλος, Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά την Φραγκοκρατία, Πουρναράς. •Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ, Εθνικισμός και Εθνική Ταυτότητα στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
• Ιωάννης Ε.
Αναστασίου, Εκκλησιαστική
Ιστορία (ΙΑ' μέχρι σήμερα, Τόμος Β), Παρα
τηρητής
WHO is WHO]
Η ΕΥΗ ΤΑΝΟΥΔΗ είναι
απόφοιτος Θεολογίας. Ασχολείται με θέματα
ελληνικού και βυζαντινού πολιτισμού, καθώς επίσης
και με την ποίηση. Ζει και εργάζεται στη
Θεσσαλονίκη.
Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΟΡΑΛΗΣ έχει
σπουδάσει αρχιτεκτονική και φιλοσοφία. Τα
τελευταία είκοσι χρόνια ασχολείται σοβαρά με τη μελέτη των μεγάλων ιερών παραδόσεων και τη διερεύνηση των σύγχρονων
κοινωνικών και πολιτιστικών τάσεων.
ΑΒΑΤΟΝ