Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Είναι τίμημα βαρύ η ελευθερία
σέρνεται σα παλιό κουρέλι με τις αποσκευές μου
κρέμεται χωρίς ελπίδα με το’ να χέρι στο γκρεμό.
Βαριά και ασήκωτη η ελευθερία
σα σιδερένια μπάλα θανατοποινίτη
της μέρας χωρίς σκοπό
της νύχτας χωρίς αγκαλιά
της ζωής ολάκερης χωρίς το νόημα της.
Μόνο τον εαυτό της αγαπά
Δε δίνεται δε δένεται και δε πονά.
Δε δίνει και δε παίρνει
και έτσι δεν επιστρέφει και δεν επιστρέφεται.
Δεν έχει η ελευθερία ορισμό γιατί ορίζει.
Ορίζει την αγάπη και την αλήθεια
και είναι το μοναδικό τους μέτρο.
Σιωπά στο απόσπασμα
μιλάει μόνο στην ερημιά του βουνού.
Έφηβη κόρη, επαναστάτης γιος
στις ορμόνες της πάντα κουβαλά
σα μικρόβια την ασυδοσία και το μηδενισμό
ένα βήμα πριν το τέλμα
πληρώνει το δικαίωμα να μην
πληρώσει συνήγορο!
Χωρίς Εσένα η ελευθερία μου
μια τρύπα στο κενό
Το νίκησε το διαπέρασε μα δε το κάλυψε.
Χωρίς Εσένα η ελευθερία μου
ένα εξωτικό νησί
απροσπέλαστο μοναχικό και επικίνδυνο.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

ΟΙ ΔΥΟ ΑΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 1204 ΦΡΑΓΚΟΙ & 1453 ΤΟΥΡΚΟΙ

της ΕΥΗΣ ΤΑΝΟΥΔΗ


ΟΙ ΔΥΟ ΑΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
1204 ΦΡΑΓΚΟΙ & 1453 ΤΟΥΡΚΟΙ
Ποιες οι Επιπτώσεις στην Πορεία του Ελληνισμού μέχρι Σήμερα;



Συνήθως   όταν   αναφερόμαστε στην Άλωση της Πόληςεννοούμεμε τη γνωστή από τους 
Τούρ­κους,   στις  29   Μαΐου  1453. Ωστόσο, πριν διακόσια τόσα χρόνια είχε προηγηθεί η Άλωση από τους Λατίνους, που, για ορισμένους μελετητές, υπήρξε η αφετηρία της παρακμής και της ουσιαστι­κής πτώσης της Πόλης, αλλά και γενικό­τερα του βυζαντινού πολιτισμού. Παρακ­μή που, κατά πολλούς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα...
Στις 13 Απριλίου του 1204, η Πόλη «έπεσε» για πρώτη φορά. Από τότε θα έπεφτε για πάντα... Αναφέρομαι βεβαίως στη γνωστή σε όλους μας πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπο­-λης στα 1204 από τους Φράγκους. Αλλά ας δούμε πώς ξεκίνησαν όλα... ...Βρισκόμαστε στον 11ο αιώνα, που εντέλει αποδείχτηκε ιδιαίτερα κρίσιμος για την τύχη της Βυζαντινής Αυτοκρατο­-ρίας και των γειτονικών της λαών. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλοί. Εμφάνιση των Τούρκων στα ανατολικά και ήττα μας στη μάχη του Ματζικέρτ το 1071. Νορ­μανδοί στις βυζαντινές κτήσεις στη Ν. Ιταλία και απειλές κατά του Δυρραχίου. Ούγγροι, Σέρβοι και Βούλγαροι στα βό­ρεια σύνορα...
Τα μέτωπα είναι πολλά, ακόμα και για τον οργανωμένο βυζαντινό στρατό, ο οποίος αποτελείται πλέον από μισθοφόρους. Η κρίση είναι όμως κυρίως εσωτερική. Το σύστημα του «συμβιβασμού» -που επί αι­ώνες χρησιμοποίησε επιτυχώς η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στην προσέγγιση της με τους γειτονικούς λαούς- αποδεικνύεται κα­ταστροφικό στην παρούσα φάση.


Ζωγραφική απεικόνιση της μάχης του Ματζι­κέρτ το 1071.
Πάνω στον «πανικό» της για τον επερχόμενονο κίνδυνο στα σύνορα της, προβαίνει σε αρκετές παραχωρήσεις και εκχώρηση προ­νομίων, καθώς και απεγνωσμένες προσπά­θειες για ένωση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (βλ. ΑΒΑΤΟΝ τεύχος 70), ενώ όλοι αυτοί που προσέβλεπαν στην κατάληψη  της δεν θα αρκούνταν τελικά μόνο σε μερικά προνόμια!
Επιπλέον, η συνεχής ενίσχυση των γαιο­κτημόνων, η αύξηση της φορολογίας στις λαϊκές μάζες και η συρρίκνωση του αυτο­αυτοκρατορικού θεσμού στην πρωτεύουσα ενι­σχύουν τις τάσεις εκ-φεουδαλισμού στο ύστερο Βυζάντιο, φέρνοντας το πολύ κο­ντά στο αντίστοιχο δυτικό σύστημα, το οποίο επικράτησε σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Με όλα αυτά και άλλα πολλά -για να μην αναλωθούμε σε ξηρά ιστορικά στοιχεία-φτάνουμε στα δραματικά γεγονότα της Άλωσης της Πόλης από τους Φράγκους, γεγονός που ήταν από καιρό ενδόμυχη επι­θυμία όλων των Σταυροφόρων, υπό το πρόσχημα των Δυτικών να σώσουν την ­πάσχουσα Χριστιανική Ανατολή!
ΤΟΣΑ ΛΑΦΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΟΛΗ..
Με το που πάτησαν οι Λατίνοι την Πόλη, αυτό που χαράχτηκε μια για πάντα στις μνήμες τόσο των κατακτητών όσο και των υπόδουλων, ήταν ο θαυμασμός που προ­κάλεσε το θέαμα της Βασιλεύουσας στα μάτια των «Σταυροφόρων του Αίματος». Στο Χρονικό της κατάκτησης της Κωνστα­ντινούπολης, του Γοδεφρείδου Βιλλεαρ-δουΐνου (κεφ. 2, παρ. 52-53) αναφέρο­νται τα εξής:
«... Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκε­φτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μία τόσο πλούσια πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους πλούσι­ους πύργους και αυτά τα πλούσια παλάτια και τις ψηλές Εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν το έβλεπε με τα μάτια του... Και τα λά­φυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξε­ρε να πει πόσα... Από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μία μόνο πόλη!...».
Τα λάφυρα που πήραν οι Σταυροφόροι από την Βασιλεύουσα στολίζουν μέχρι σήμερα πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και μουσεία. Όμως δεν ήταν μόνο τι πήραν οι Φράγκοι, αλλά πώς το πήραν. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κα­νείς την απίστευτη βαρβαρότητα και έλ­λειψη παιδείας την οποία έδειξαν, με το κάψιμο εκκλησιών, σπάνιων ελληνικών χειρογράφων, και πλήθος ανίερων πρά­ξεων σε βάρος γυναικών και κακομετα­χείρισης ιερών λειψάνων!!!






Λίγο πριν την Άλωση, η Πόλη, αν και έχει χά­σει την παλαιά της επιβλητικότητα, εξακολου­θεί να διατηρεί το μύθο της. Ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 40.000 χιλιάδες και οι κάτοικοι ζουν με το φόβο των Τούρκων. Ο πολεοδομι­κός ιστός της παραμένει αναλλοίωτος, αλλά η παρακμή στα δημόσια κτίρια είναι εμφανής. Τα μεγάλα δημόσια έργα, εκτός από την επι­σκευή των λιμανιών και των τειχών, έχουν σταματήσει και ακόμη και το Παλάτι είναι ερειπωμένο. Η αυτοκρατορία έχοντας απωλέ-σει την αγροτική ενδοχώρα έχει συρρικνωθεί και στην ουσία έχει περιοριστεί στην Κωνστα­ντινούπολη, που είναι πλέον πόλη-κράτος. Όση δύναμη της απομένει αποτυπώνεται στην αγορά και στα σπίτια των πλουσίων, κυρίως.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε -χωρίς να υποτιμήσουμε το αντίστοιχο κατακτητικό μένος- ότι οι Τούρκοι στο πέρασμα τους άφησαν λιγότερες αναλογικά τέτοιες απο­κρουστικές μνήμες. Και αυτό δεν είναι αποκύημα φαντασίας της γράφουσας αλλά καταγραφή της συλλογικής μνήμης του απλού λαού.
Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο Γιώργος Καραμπελιάς στο έργο του 1204: Η Δια­μόρφωση του Νεότερου Ελληνισμού, ο τούρκικος ζυγός χτυπούσε τον Ελληνι- σμό στην «επιφάνεια», ενώ ο λατινικός στο πνεύμα. Και ως γνωστόν, όταν υπο­δουλωθεί το πνεύμα ακολουθούν και όλα τα υπόλοιπα.
ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
Η πλέον όμως καθοριστική συνέπεια της Φραγκοκρατίας ήταν ότι προετοίμασε το έδαφος σε κάποιο βαθμό για τη δεύτερη και οριστική πτώση της Πόλης στα χέρια των Τούρκων, στις 29 Μαΐου του 1453.

Ο ελληνικός λαός όλη την προηγούμενη περίοδο είχε ήδη εξουθενωθεί σε όλους τους τομείς. Στο διοικητικό σύστημα επικρατούσε η φεουδαρχία, ενώ οι προσπά­θειες εκ-λατινισμού των «αιρετικών ορθο­δόξων» εκτείνονται μέχρι την εποχή της ύστερης Τουρκοκρατίας (για να μην πού­με μέχρι σχετικά πρόσφατα, τον προη­γούμενο αιώνα). Ο λαός αντιστεκόταν με κάθε μέσο, για πρώτη φορά ίσως, για τη διατήρηση της ταυτότητας του. Αυτήν την περίοδο μάλιστα, ο όρος Έλλην αποκαθίσταται στο αρχικό του πολιτιστικό και εθνικό πλαίσιο. Ο κίνδυνος του 'Ελληνα -Εθνικού έχει παρέλθει πλέον, και η ταυ­τότητα των ελληνόφωνων πληθυσμών βάλ­λεται από έξω αυτήν τη φορά. Πολλοί Δυτικοί, οι οποίοι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και έρχονται να μείνουν στην Ελλάδα επιστρέφουν πίσω, απογοη­τευμένοι. Κι αυτό επειδή η «Ελλαδίτσα» δεν μοιάζει σε τίποτα με τις παλιές εποχές της (δεν πρόλαβαν βλέπετε να «δανειστούν»=αρπάξουν εκείνα τα οποία «δανεί­στηκαν» οι προηγούμενοι Λατίνοι). Έτσι, περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα και τις πιο απαξιωτικές φράσεις τη χώρα και τους κατοίκους της. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, τα πράγ­ματα συνεχίζουν να μην είναι ευνοϊκά για τους Έλληνες «ραγιάδες». Οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη μένουν στάσιμες. Κυ­ρίως όμως η έλλειψη οργανωμένης παιδεί­ας θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ελληνι­σμός την περίοδο αυτή. Ας μην ξεχνάμε ότι η παιδεία ήταν σημαντική για την προστασία με κάθε τρόπο και από κάθε άπο­ψη της ελληνικής ταυτότητας. Μάλιστα, για την εποχή αυτή έχουν διαδο­θεί και δύο μεγάλοι μύθοι, που βέβαια εξυ­πηρετούν ο καθένας από ένα σκοπό: Ο πρώτος μύθος αφορά τη δήθεν ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων. Κατοχυ­ρώνεται δε από την κατά καιρούς εκχώρη­ση προνομίων στους υπόδουλους Έλληνες, ενώ παρουσιάζεται ως μεγάλο σφάλμα, σχεδόν «αμάρτημα», το γεγονός ότι ξεση­κώθηκε το άπιστο μιλέτ και επαναστάτησε κατά του «ευεργέτη» του! Ο δεύτερος μύθος αναφέρεται στην επίσης δήθεν συνεχή αντιπαλότητα μεταξύ Δυτι­κών και Τούρκων. Ο μύθος αυτός εντού­τοις ανατρέπεται εύκολα από τις αρκετές ιστορικές αναφορές που διασώζονται, με περιεχόμενο τη σύναψη εμπορικών και μη συμφωνιών μεταξύ των δύο πλευρών. Τώ­ρα, σε τι σκοπό αποβλέπουν τελικά... το αφήνω στην κρίση του αναγνώστη!
ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΚΑΙ ΠΟΙΟΥΣ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ...
Το λυπηρό με τους κατοίκους της μικρής χώρας μας είναι ότι όσα βήματα κάνουν μπροστά με την ενότητα τους, άλλα τόσα κάνουν πίσω με τους διχασμούς τους. Απο­τέλεσμα; Να μένουν συνεχώς μετέωροι, σαν αιώνιοι έφηβοι, που αναζητούν ενα­γώνια την ιδιοπροσωπία τους. Και αυτό ίσχυε πάντα, και τώρα και τότε... Οι Τούρκοι βρίσκονται προ των πυλών λί­γο πριν την Άλωση και ο λαός χωρίζεται και πάλι στα δύο. Ενωτικοί και Ανθενωτικοί θα αποτελέσουν στο εξής τα δύο αντί­παλα ιδεολογικά στρατόπεδα. Οι Ενωτι­κοί θα υποστηρίξουν την ένωση με τη Δύ­ση, ελπίζοντας αρχικά στη βοήθεια της. Αργότερα θα δουν την ένωση ως μέσο ένταξης μας στον πολιτισμένο κόσμο. Οι Ανθενωτικοί από την άλλη πλευρά θα φτά­σουν στο σημείο να δηλώνουν την προτί­μηση τους στο τούρκικο σαρίκι από τη λατινική τιάρα!
Ποιο κατακτητικό παρελθόν μας όμως από τα δύο επηρέασε τελικά και σφράγισε την απλή καθημερινότητα μας αλλά και τον αυτοπροσδιορισμό μας όλους αυτούς τους αιώνες; Η απάντηση σίγουρα δεν είναι απλή. Και θα πρέπει κανείς να χρησιμοποι­ήσει ως σημείο εκκίνησης για τον προβλη­ματισμό αυτό το λαϊκό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του (δημοτικό τραγούδι, ρε­μπέτικο, παραδόσεις, θρύλους, τέχνη, λαο­γραφία, γλώσσα κτλ).


Προσωπικά, θεωρώ περισσότερο αξιόπι­στη ιστορική πηγή τη συλλογική μνήμη του απλού λαού, που δεν φτιάχνει ιστορία «μαγειρεύοντας» τη με συμφέροντα. Η τε­λική Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 αυτή καθ' εαυτή, ως γεγονός, συνε­χίζει να συγκλονίζει και να προβληματίζει λίγο-πολύ τον κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα από το φιλοβυζαντινό ή μη αίσθημα του. Ίσως να είναι η περηφάνια μιας αυτοκρα­τορίας που πληγώθηκε θανάσιμα. Ποιος θα πίστευε σήμερα πως είναι δυνα­τόν να «πέσει» η Αμερική (που πολύ πιθα­νόν να το δούμε και αυτό); Όπως ανα­φέρθηκε και παραπάνω, κατά τη Φρα­γκοκρατία, οι εντυπώσεις πολλών ξένων για τη στάση των Ελλήνων είναι χαρακτη­ριστικές της περηφάνιας και του αισθή­ματος ανωτερότητας που τους διακατεί­χε. Πολλοί μιλούν για ελληνικό σωβινισμό και αλαζονεία.

Άλλωστε, οι Βυζαντινοί -έχοντας ως πρό­τυπο το ιδεώδες της «ησυχίας»- έδειχναν απέχθεια για το βάρβαρο δυτικό ιπποτικό ιδεώδες. Μάλιστα, ιδιαίτερα ενδιαφέρον εί­ναι το γεγονός ότι σε λογοτεχνικά κείμενα του 14ου αιώνα, αναφέρεται ως αρχέτυπο διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ο... Τρωικός Πόλεμος! Πολλά είναι τα αρνητικά κατάλοιπα που κουβαλάει ο νεοέλληνας από τη χρόνια συνύπαρξη του με τον κατακτητή, αλλά και αρκετά θετικά στοιχεία «γεννήθηκαν» με τη δράση μηχανισμών άμυνας. Ο υγιής ζωντανός οργανισμός, όταν δέχε­ται ένα ξένο διαβρωτικό σώμα μέσα του, είναι μαθηματικά λογικό ότι θα αντιδρά­σει, θα αντισταθεί. Ειδάλλως είναι νε­κρός και δεν το ξέρει! Ο Ελληνισμός λοιπόν, μη μπορώντας να αποτρέψει τις εδαφικές του αλώσεις, «οχυ­ρώθηκε» κατά της ψυχικής του άλωσης.

Οι Σταυροφόροι στην Πόλη, έργο του Ντελα-κρουά (1840). Βρίσκεται στο Λούβρο.










Η «βυζαντινή» αίγλη της Θεσσαλονίκης, και ο «ορθολογισμός» της Αθήνας. Μια στημένη αντιπαράθεση

Συσπειρώθηκε γύρω από την Εκκλησία για να αποφύγει εκλατινισμούς και εξισλα­μισμούς. Παράλληλα, πρόβαλλε ξανά την αρχαία ελληνική κληρονομιά, για να δια­φυλάξει τη γλώσσα και την ταυτότητα του από τον περιρρέοντα εθνικιστικό βαλκανι­κό «πυρετό»,
Σ' αυτό το σημείο βέβαια πρέπει να επιση­μάνουμε πως η ελληνική γλώσσα δεν έμει­νε ανεπηρέαστη από την επαφή της με τις γλώσσες του κατακτητή. Πολλές άγνωστες λέξεις και εκφράσεις πέρασαν στην καθη­μερινή μας ομιλία και αφομοιώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι πλέον εύ­κολα αναγνωρίσιμες ως ξένες. Μάλιστα, το φαινόμενο εντατικοποιήθηκε μετά τη Μι­κρασιατική καταστροφή και την προσέλευ­ση χιλιάδων προσφύγων. Ανήσυχο το ελληνικό πνεύμα δεν μοιρολάτρισε μετά την Άλωση της Πόλης το 1204, αλλά δημιούργησε αυτοκρατορι­κές εστίες στη Νίκαια, στην Τραπεζού­ντα, στο Μυστρά, στη Θεσσαλονίκη. «Έλαμψε» για τελευταία φορά λίγο πριν το τέλος, με την «παλαιολόγεια» άνθιση σε όλους τους τομείς. Η πορεία όμως της Βυζαντινής Αναγέννησης αποκόπηκε βί­αια το 1453 και μεταφέρθηκε στη Δύση, με τη μετανάστευση πολλών Ελλήνων λό­γιων, εμπνέοντος την εκεί Ευρωπαϊκή Αναγέννηση.
Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ
Ξαναγυρίζοντας στις μνήμες των δύο Αλώσεων, διαπιστώνουμε ότι η λαογρα­φία μας βρίθει από ιστορίες και θρύ­λους σχετικά με την αποφράδα εκείνη μέρα του 1453, ενώ αναλογικά είναι πολύ λιγότεροι οι θρύλοι οι σχετικοί με εκείνη του 1204.
Περίφημες και διαχρονικές είναι λόγου χά­ρη οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά, τα μισοτηγανισμένα ψάρια, κα­θώς και για το σημείο στη θάλασσα της Προποντίδας που είναι πάντα γαλήνιο και ευωδιαστό, λόγω του ότι εκεί βούλιαξε η Αγία Τράπεζα, που βρισκόταν μέσα στην Αγια Σοφιά...
Όλες αυτές οι ελπίδες του απλού λαού για την επανάκτηση της Πόλης στα μετέπειτα χρόνια -και κυρίως μετά την επανάσταση του 1821 και τη διαμόρφωση του νεότε­ρου ελληνικού κράτους- θα αποτελέσουν τη «ζύμη» για τη δημιουργία της Μεγάλης Ιδέας. Η Μεγάλη αυτή Ιδέα θα εκφραζό­ταν πλέον μέσα από την επίσημη κρατική πολιτική και εκπροσωπήθηκε από πολλές και διαφορετικές εξέχουσες φυσιογνω­μίες του έθνους.
Το όραμα όμως μίας νέας βυζαντινής αυ­τοκρατορίας, όπου Έλληνες θα θεωρού­νται όσοι μιλούν την ελληνική γλώσσα και κατέχουν την ελληνική παιδεία, εμφανίστη­κε σε πρώιμο εμβρυακό στάδιο, ήδη από τον 18ο και 19ο αιώνα. Κυρίως αναδύθηκε στο κράτος της Νίκαι­ας μετά την κατάληψη της Πόλης το 1204, αλλά και αργότερα στα 1261, όπου ο Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος, αφού ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε χρυσόβουλο (δηλαδή αυτοκρατορικό διά­ταγμα) διατυπώνοντας τη Μεγάλη Ιδέα ανασύστασης του βυζαντινού κράτους, χρησιμοποιώντας πια τη λέξη Ελλάς·. Στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την επανάσταση του 1821, όπου το κράτος προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, οι προσδοκίες του να προσεγγίσει τους ρυθμούς ανάπτυξης της Δυτικής Ευ­ρώπης και να κερδίσει την εκτίμηση της μοιάζουν με αγώνα δρόμου... Η μικρή Ελλάδα έρχεται πάντα τελευταία και καταϊ­δρωμένη!
Τα κατάλοιπα της συμβίωσης της για αρ­κετά χρόνια με κατακτητές δημιούργησαν πάμπολλες αρνητικές στάσεις και συμπερι­φορές, κυρίως στο επίπεδο του δημοσίου βίου. Η πολιτική άρχισε με τα χρόνια να ταυτίζεται με τη διαφθορά και να κυριαρ­χεί το πελατειακό σύστημα και το «ρου­σφέτι».
Ο λαός χάνει σταδιακά την εμπιστοσύνη του στους εκπροσώπους του, φτάνοντας σήμερα στην κατάσταση του «βολέματος» και του «ωχαδερφισμού». Ακόμα και ο συλ­λογικός, σε αδιάλειπτη συνέχεια, εθνικός χαρακτήρας του Έλληνα με τα χρόνια υπό­κειται σε μεταβολές, ώστε να φτάσει να διατηρεί σήμερα όλο και λιγότερα όμοια χαρακτηριστικά με τους ένδοξους προγό­νους του. Το πολυδιαφημισμένο δε ελληνι­κό φιλότιμο κατάντησε πλέον γραφικό! Οι δύο πολιτιστικές κατευθύνσεις, ανάμεσα στις οποίες κλυδωνίζεται το νεοελληνικό έθνος από τα γεννοφάσκια του, διαγράφο­νται καθαρά στην αιώνια μεταφυσική δια­μάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις μας, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η «συμπρωτεύουσα» διατηρεί περισσότε­ρες «πονεμένες» μνήμες, καθότι υπήρξε πολυεθνική πόλη στο παρελθόν. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, οι συγκρούσεις εθνι­κών ομάδων με αντικρουόμενα συμφέρο­ντα είναι συνεχείς και επαναλαμβανόμενες. Η Θεσσαλονίκη όμως στη συνείδηση των  κατοίκων της -και όχι μόνο- έχει μείνει ως το υποκατάστατο της Κωνσταντινούπολης ή αλλιώς η αδελφή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Βασιλεύουσα ήταν η μάνα για τους προ­σφυγικούς πληθυσμούς που εγκαταστάθη­καν στη Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα, περισσότερο επηρεασμένη από τους αναγεννησιακούς ρυθμούς, φιλοξε­νούσε επί χρόνια όλους αυτούς που ορα­ματίζονταν μία νέα Αρχαία Ελλάδα διαγρά­φοντας το βυζαντινό παρελθόν της. Υπήρ­ξε τελικά η πόλη που εκπροσώπησε τον ορ­θολογικό τρόπο ζωής και προσανατολί­στηκε στην τεχνολογική ανάπτυξη και στη δημιουργία ευνοϊκών σχέσεων με τη Δύση. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε ήδη, ένα γε­γονός που ενίσχυσε την πόλωση αυτή είναι ο μεγάλος αριθμός προσφύγων που εγκα­ταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη και προσέ­θεσαν «μπόλικες δόσεις νοσταλγίας» στην ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα της.
Ο ΕΛΛΗΝΑΣ, ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος.


Συχνά έχω την αίσθηση ότι το σημερινό ελληνικό κράτος υιοθετεί ασυναίσθητα ίσως σε μεγάλο βαθμό- μερικές από τις συμπεριφορές «απόγνωσης» που χαρα­κτήριζαν το μεγάλο του «πρόγονο·, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όπως εκείνη τότε, έτσι και αυτό σήμερα, χρησιμοποιεί πολλές φορές πολιτική συμβιβασμού με τα δυτικά κράτη, κυρίως δε με τις ΗΠΑ. «Εξουσιοδοτεί» επίσης το δικαίωμα να λαμβάνονται κρίσιμες πολιτικές αποφά­σεις ερήμην του. Το ελληνικό κράτος δια­κατέχεται από ανεξήγητο πανικό ότι θα

Η πολιορκία της Πόλης σε γαλλική μινιατούρα.



μείνει «πίσω» κατά κάποιον τρόπο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ή πως κάθε διαφω­νία του με την Αμερικανική Αυτοκρατορία θα το φέρει στα πρόθυρα του πολέμου. Αυτός ακριβώς ο φόβος έχει ως αποτέλε­σμα την «υποτακτική» συμπεριφορά του. Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως αυτή η ιστο­ρική του ομοιότητα στο θέμα της εξωτε­ρικής πολιτικής με τη Βυζαντινή Αυτο­κρατορία, το οδηγήσει σε παρόμοια κα­τάρρευση... Και τότε τι μηχανισμούς αντίστασης θα μπορέσει να δημιουργή­σει ο νεοέλληνας, με την παρούσα σύγ­χυση που τον γεμίζει ανασφάλεια;.. Δυστυχώς στις μέρες μας, το εθνικό συ­ναίσθημα και ο πατριωτισμός θεωρού­νται πράματα «μπανάλ». Ταυτίζονται, δυστυχώς, με συνθήματα που χρησιμο­ποίησαν κατά καιρούς διαφόρων κα­τευθύνσεων πολιτικές ομάδες ή ιδεολο­γίες. Μέρα με τη μέρα, βλέπουμε την ιστορία μας να αποσιωπάται -και στη χειρότερη περίπτωση να νοθεύεται-στο όνομα μιας ελληνοτουρκικής ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο φιλίας! Το γεγονός αυτό θέτει αυτόματα σε αμ­φισβήτηση τις πικρές μνήμες του απλού λαού για εκείνα τα χρόνια της υποδούλω­σης μας, ενώ από την άλλη, οι αιώνιοι «εχθροί» μας νοθεύουν την ιστορία για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, την ενίσχυση της εθνικής τους συνείδησης. Ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες, παρ' όλη την πολιτιστική παιδεία τους και το υψηλό φρόνημα, ήταν απόλυτοι, κατη­γορηματικοί και συνειδητοποιημένοι όταν έλεγαν ότι Έλληνες είναι μόνο αυ­τοί που μιλούν και σκέφτονται ελληνι­κά. Όλοι οι άλλοι είναι απλά βάρβαροι,

ούτε καν ξένοι ή αλλοδαποί! Και αυτό θα πρέπει να αναλογιζόμαστε κάθε φο­ρά που ξεχνάμε ή επιλέγουμε να ξεχνά­με, αλλά και από την άλλη να έχουμε το θάρρος να αντικρίζουμε τα δικά μας ιστορικά λάθη.
Ο Έλληνας -κατά καιρούς και ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες- έδωσε διά­φορα ονόματα στην εθνική του ταυτό­τητα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για διάφορους σκοπούς. Επικράτησαν δε ως διαχρονικές τάσεις του να αυτοπροσδιορίζεται. Αυτά τα ονόματα είναι ο Γραικός, ο Ρωμιός, ο Έλληνας και ο Ελληνιστής Κοσμοπολίτης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να συνενωθούν αυτές οι τάσεις στη συλλογική ελληνική ψυχή, για πιο πλήρη και ολοκληρωμένη ιστορική συ­νείδηση, ώστε να αρθεί το αδιέξοδο της εθνικής σύγχυσης. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω μία εν­διαφέρουσα παρατήρηση που έκανε κάπο­τε ένας πολύ καλός φίλος μου, όταν είπε ότι ο Έλληνας είναι ένα μικρό Βυζάντιο: Ανεβαίνει, δοξάζεται, πέφτει, υποτάσσεται και σιγά-σιγά ξανασηκώνεται!
ι πηγεσ]
   Γιώργος Καραμπελιάς, 1204: Η Διαμόρφω­
ση του Νεώτερου Ελληνισμού, Εναλλακτικές
Εκδόσεις
   Τόνια Κουσιοπούλου, Βασιλεύς ή Οικονό­
μος: Πολιτική Εξουσία και Ιδεολογία πριν την
Άλωση,
Πόλις
Θεόδωρος Ζιάκας, Αυτοείδωλον εγενόμην...,
Αρμός
•Νίκος Γ. Ζαχαρόπουλος, Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά την Φραγκοκρατία, Πουρναράς. •Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ, Εθνικισμός και Εθνική Ταυτότητα στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
Ιωάννης   Ε.   Αναστασίου,   Εκκλησιαστική
Ιστορία
(ΙΑ' μέχρι σήμερα, Τόμος Β), Παρα­
τηρητής
WHO is  WHO]
Η ΕΥΗ ΤΑΝΟΥΔΗ είναι απόφοιτος Θεολογίας. Ασχολείται με θέματα ελληνικού και βυζαντινού πολιτισμού, καθώς επίσης και με την ποίηση. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.
Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΟΡΑΛΗΣ έχει σπουδάσει αρχιτε­κτονική και φιλοσοφία. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ασχολείται σοβαρά με τη μελέτη των μεγάλων ιερών παραδόσεων και τη διερεύνηση των σύγχρονων κοινωνικών και πολιτιστικών τάσεων.

ΑΒΑΤΟΝ   

56


52   ΛΒΑΤΟΝ