Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

ΤΣΑΡΛΙ ΤΣΑΠΛΙΝ ....Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου...






Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη, απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω κόντρα στην αλήθεια μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα σε πόσο δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος με το να του επιβάλλω τις επιθυμίες μου, παρότι ήξερα ότι ούτε ήταν κατάλληλη η στιγμή ούτε ο άνθρωπος ήταν έτοιμος, ακόμα κι αν αυτός ο άνθρωπος ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να λαχταρώ μια άλλη ζωή και μπόρεσα να δω ότι τα πάντα γύρω μου με προκαλούσαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, κατάλαβα ότι βρίσκομαι πάντα και σε όλες τις περιστάσεις, την κατάλληλη στιγμή και στο σωστό μέρος και ότι όλα όσα γίνονται είναι σωστά. Από τότε κατάφερα να γαληνέψω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΟΔΟΧΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και σταμάτησα να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω μόνο ό,τι με ευχαριστεί και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά, με τον δικό μου τρόπο και στους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιές για μένα. Από φαγητά, άτομα, πράγματα, καταστάσεις και από ό,τι με τραβούσε συνεχώς μακριά από τον ίδιο μου τον εαυτό. Στην αρχή το ονόμαζα “υγιή εγωισμό”. Αλλά σήμερα ξέρω ότι είναι ΑΥΤΑΓΑΠΗ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, έπαψα να θέλω να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλλα πολύ λιγότερο. Σήμερα κατάλαβα ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, αρνήθηκα να συνεχίσω να ζώ στο παρελθόν και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω περισσότερο τη στιγμή όπου ΟΛΑ συμβαίνουν. Έτσι σήμερα, ζω την κάθε μέρα και αυτό το λέω ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.

Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά, συνειδητοποίησα ότι η σκέψη μου μπορεί να με κάνει μίζερο και άρρωστο. Όταν όμως επικαλέστηκα τις δυνάμεις της καρδιάς μου, η λογική απέκτησε έναν πολύτιμο σύντροφο. Αυτή τη σχέση την ονομάζω σήμερα ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

Δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και τα προβλήματα με τον εαυτό μας και τους άλλους γιατί καμιά φορά, ακόμα και τα άστρα εκρήγνυνται και δημιουργούνται νέοι Γαλαξίες. Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ!

Τσάρλι Τσάπλιν.... Γεννήθηκε στις 16 Απριλίου 1889 στο Walworth μια γειτονιά του Λονδίνου και πέθανε στις 25 Δεκεμβρίου 1977 στην Ελβετία.

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

ΖΩ ΣΕ ΞΕΝΗ ΧΩΡΑ






(Το Όχι δεν ειπώθηκε απλά αλλά υλοποιήθηκε σύσσωμο. Το Όχι δεν είχε νόημα σαν λέξη ειπωμένη πάνω στον αυθορμητισμό, στον ηρωικό οίστρο της στιγμής ή στη διπλωματική του πλευρά αν δεν γινόταν πράξη , αν δεν ακολουθούσε η στάση ζωής ενός ολόκληρου λαού. Το όχι έγινε τρόπος ζωής πάνω σε ένα σχοινί τεντωμένο, σε μια σκληρή καθημερινή πραγματικότητα που ξεπερνούσε την πείνα, τη φτώχεια και το θάνατο. Το θέμα δεν είναι πως τα κατάφεραν τελικοί Εκείνοι αλλά πως μεταλλάχτηκε μια ολόκληρη γενιά, πως φτάσαμε ως εδώ χωρίς ταυτότητα…)



ΖΩ ΣΕ ΞΕΝΗ ΧΩΡΑ
Ζω σε μια ξένη χώρα που σιχαίνομαι και αγαπώ…
Εκεί που τα ιερά δέντρα ξεπροβάλλουν εκεί και η μπόχα των καυσαερίων
και το ανυπόφορο βουητό των δρόμων και η ατελείωτη γκρίνια των ανθρώπων σε δρόμους
που ο καθένας κάνει πια ότι θέλει, σε λεωφορεία που στοιβάζονται όλοι σα πρόβατα σε
σφαγή, σε δημόσιες υπηρεσίες που όλοι φωνάζουν και  ΟΛΟΙ έχουν δίκιο..
Όλοι σε αυτή τη χώρα φωνάζουν και όλοι έχουν δίκιο, μα ξέρουν απίστευτες τεχνικές να το
χάνουν.

Αηδιάζω από την τόση ξενομανία…
Τούρκικα σίριαλ, ξένα τραγούδια σε οποιαδήποτε ‘in’ καφετέρια και μπαρ να πας
Greeklish σε κινητά, ιντερνέτ και ομιλία, ξένα τραγούδια σε Eurovision, και φθηνά ριάλιτι
 φθηνές παραγωγές ξευτίλας.
Φτωχό λεξιλόγιο και πλούσιο υβρεολόγιο.
Φτωχή νοημοσύνη και μπόλικη κουτοπονηριά.
Με ακόμα πιο αηδιαστική ψευτοκουλτούρα.
Κάτω η δικτατορία του εύκολου. Του εύκολου στίχου και της βάρβαρης μουσικής.
Αν μπορεί ποτέ μια μουσική βάρβαρη να λέγεται, αυτή που πάντα σημαίνει μελωδία.
Τα εύκολα  « Σ’αγαπώ» και στην επόμενη στροφή ακόμα πιο εύκολα τα «φύγε».
Κάτω τα εύκολα λόγια και οι άσκοπες κουβέντες. Οι καλημέρες οι βαριές, τα δεν πειράζει
παρηγοριές και συμβουλές από γωνιά ασφαλή.
Δε μπορεί ζω σε ξένη χώρα, αφού το ελληνικό φιλότιμο και η ντομπροσύνη κατάντησαν
γραφική καρτ-ποστάλ για τουρίστες.
Όμοια τυπάκια στους δρόμους και ύστερα μου λέτε να μη πιστεύω πια σε κλώνους.
Ψευτομαγκιά, το κινητό μόνιμη προέκταση, κανένας στόχος, κανένα πλάνο,
κανένα όραμα, καμία μα καμία σοβαρή κουβέντα.

Ζω σε ξένη χώρα…
Με μια θολή ανάμνηση, για να μη πω για μία πλήρη άγνοια , του πολιτισμού μας
της παιδείας μας, της γλώσσας μας, της φιλοσοφίας μας, της θρησκείας μας
των εθίμων μας, της παράδοσης μας, του ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥ τρόπου σκέψης των ΕΛ-ΛΗΝΩΝ.
Σε μια χώρα πολιτικών-βρυκολάκων και λαού-ζόμπι.
Αηδιάζω ακόμα περισσότερο με τη στιγμή αυτή που γράφω αυτό το κείμενο και
κάποιοι ακόμα πιο αηδιαστικοί τύποι θα σπεύσουν από δεκαετίες τώρα αρρωστημένης
συνήθειας να με κατατάξουν σε καμιά αριστερή παράταξη, μιας και μιλάω έτσι ή σε καμιά
νεοναζί, μιας και αναφέρθηκα στους Έλ-ληνες…
Διχοτομημένη, σχιζοφρενική κρίση.
Πιόνια λαός που θα πρέπει μια ζωή να ζουν διχασμένοι με παρατάξεις που δυστυχώς
είτε το θέλετε είτε όχι ΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ.
Χθες ήταν η ΑΡΙΣΤΕΡΑ, σήμερα λέγεται ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ!
Αυτά τα ίδια ποταπά ανθρωπάκια που ζουν ακόμα πιο ξένα σε αυτή τη ξένη χώρα με
αηδιάζουν ακόμα περισσότερο.
Σε αυτό το τόπο μας αρέσει να μας κυβερνά η  μάζα, η Βουλή, ο Νόμος, το Κόμμα
Ο Συνδικαλισμός, ο Ελεύθερος Τύπος, η Κοινή Γνώμη, Η Παράταξη, η Οργάνωση, Το Τάγμα,
Κτλ κτλ… Μα ποτέ δε θελήσαμε έναν άξιο ηγέτη δεν ψάξαμε να τον βρούμε, δεν
τον δημιουργήσαμε. Δε μελετήσαμε Πλάτωνα( αν και τον βρίσκω παραπάνω αριστοκρατικό
απ όσο αντέχω), Αριστοτέλη, Δημόκριτο και άλλα τέτοια «κινέζικα»( όχι ωροσκόπια, εκείνα
τα ξέρουμε καλύτερα!).
 περνάμε τις ώρες μας, για την ακρίβεια τις σκοτώνουμε σε πλαστικές οθόνες με
πλαστικούς φίλους με ημερομηνία λήξης γιατί ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ να μείνουμε μόνοι και
σιωπηλοί με τον εαυτό μας. Γιατί ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ ΠΩΣ ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΕΙ.

Φτιάξαμε για τον εαυτό μας ένα ψεύτικο κοσμοείδωλο, μια ψεύτικη δανεική εθνική εικόνα
που πλασάρουμε στους ξένους και στον εαυτό μας στις εθνικές εορτές για να μάστε ήσυχοι
Ότι ήμαστε Ελληναράδες, να κοιμόμαστε ήσυχοι τα βράδια..
Γι αυτό σιχάθηκα τις εθνικές εορτές και τις παρελάσεις
ΓΙΑΤΙ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΝ ΝΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ ΜΑΣ ΜΙΑ ΦΘΗΝΗ ΚΟΡΟΙΔΙΑ!
Γιατί το βράδυ θα δούμε πάλι το τούρκικο σίριαλ και θα ξεχάσουμε τη Βίβλο του ’22.

Η εποχή της λήθης έφτασε… και όπως λέει και ο Δάντης ( όχι ο τραγουδιστής άσχετοι) στη
Θεία Κωμωδία του: «ΞΕΧΑΣΤΕ ΚΑΘΕ ΕΛΠΙΔΑ ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΕΔΩ»

Ζω σε ξένη χώρα και πιο πολύ αηδιάζω με τον εαυτό μου γιατί και γω ευθύνομαι.

Πάντα εγώ και κάθε εγώ ευθύνομαι.


Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ








Ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι δεν αντίκρισαν στη βουνίσια αυτή ξέρα
τα μάτια μου ακόμη μα σε κάποιο φεγγαρόλουστο χαλί της Σαντορίνης καθρεφτίζεται η κρυφή κορυφή του κόσμου. Μόλις οι παραλίες αδειάσουν από τους θορυβώδεις ανθρώπους αυτής της εποχής, στήνουν χορό οι ξωτικιές και οι μύλοι όλο γυρίζουν…

Όλο γυρίζουν οι μύλοι στο Αιγαίο και αλέθουν τη μαγιά του κόσμου. Με το μπλε, με το «ω», με το κυκλάμινο, με το δελφίνι. Απλώνεις και συ το χέρι σου σα προέκταση του κάθε νησιού, ένα ερημονήσι με μοναδικό του κάτοικο εμένα να καλεί να πάρω το στρατί για το ναυάγιο. Έτσι είναι… Τις ομορφιές του κάθε βυθού μονάχα τα ναυάγια τις ξέρουν. Μα είναι ακόμα νωρίς για την κατάφαση σου, Έρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά σα βασιλιάς που μόλις ενθρονίστηκε και οι λαμπυρίζουσες στάλες του ιδρώτα του πέφτουν στη θάλασσα σα μικρά μαργαριτάρια.
Τα βράδια δε κοιμάται μα μόνο ξεκουράζεται και αν τύχει να ρθει το φεγγάρι, ασημένιο φως και λευκό σκοτάδι θα βρεις μονάχα εδώ στις πέτρες που αναδύουν απ’ το σκληρό τους δέρμα άρωμα γιασεμιού και ανάσα μέντας.

Όλα μπερδεύονται στη Σύρο, στη Δήλο και στην Αμοργό. Όλα ανακατώνονται στο Αιγαίο, σαν σε  παιδιού χεριών καμβάς χρωμάτων. Μόνο το φως δε μπερδεύεται και δουλεύει υπερωρίες. Μέρα και νύχτα.

Και είναι η ομορφιά τους τόσο επικίνδυνη, αχώρητη μες στην ασχήμια των καιρών που λες θα εκραγούν όλα και θα τελειώσουν σαν όνειρο που πετάγεσαι λουσμένος από κρύο ιδρώτα.

Τα μεσημέρια που κουρνιάζει το δελφίνι στις δροσερές σπηλιές της κουρασμένης από την αναζήτηση αιώνων Γοργόνας, εμείς βρίσκουμε όαση στα ταπεινά ταβερνάκια. Εκείνα με τις χρωματιστές καρέκλες τους, τους χαμογελαστούς ταβερνιάρηδες, τα στολισμένα λιτά τραπεζάκια τους με ένα βαζάκι νερό και ένα τριανταφυλλάκι. Διψούμε πολύ μα δε χωράει το απέραντο Αιγαίο μέσα σου γι αυτό εφευρέθηκε το ουζάκι. Πιστέψτε με, είμαι σίγουρη, πως κάποιος διψασμένος το εφεύρε σε κάποια ακρογιαλιά της Λέσβου ή της Νισύρου.  Κάποιος διψασμένος Ποσειδώνας κάποιος χολωμένος Ήφαιστος στη μοναξιά της Λήμνου.


Μια Κυριακάτικη λειτουργία σε ένα άσπρο ξωκλήσι του Αιγαίου, κάτω από το πρωινό καλοκαιρινό ήλιο, με την ατμόσφαιρα να μυρίζει θυμίαμα, με την ατμόσφαιρα να θυμίζει ποίημα του Ελύτη είναι, αν υπάρχει τελικά, ο ορισμός της ευτυχίας, η ενσάρκωση κάθε ποιητικής ουτοπίας...


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΜΑ

Σε μια παράσταση προχτές ο πρωταγωνιστής είπε στο τέλος κάτι σοφό.." χρειάζεται λίγο τρέλα στη ζωή για να κόβεις τον ομφάλιο λώρο, τον κάθε ομφάλιο λώρο και να νιώθεις επιτέλους ελεύθερος..." μα της μάνας ο δεσμός μόνο σαν χαθεί κόβεται..και αν κόβεται ποτέ..Χρόνια πολλά στις μανούλες μας και σε όλες τις μανούλες!
ΑΘΩΟΤΗΤΑ
Αν ήταν να σε ψάξω 
θα περίμενα με δακρυσμένα από το φως μάτια πίσω
από χιλιάδες Ανατολές μυρωμένων πρωινών.
Πίσω από τα μιας υποψίας μειδιάματα των Αγγέλων
στο τέμπλο της Εκκλησιάς μου.
Θα κοιμόμουν τα βράδια αγκαλιά με εφηβικά γράμματα
βουτηγμένα στο πρώτο σκίρτημα του έρωτα
που δε πρόλαβε να φορέσει το κοστούμι της ενοχής.
Αν δεν ήξερα που είσαι κρυμμένη Αθωότητα
θα σεργιάνιζα τους δρόμους που σημάδευαν
τα παιδιά της γειτονιάς μου ως τις καλύτερες κρυψώνες
και πριν η μνήμη σταματήσει το μέτρημα στα εκατό
θα κρυβόμουν εκεί διάφανη πίσω από τις πλαστικές καρέκλες
που έβαζαν οι γιαγιάδες μας μπροστά απ τις αυλόπορτες τους
και ξεγελούσαν τα καλοκαίρια τους με ελαφρές κουβέντες.
Μα ο θάνατος δε ξεγελιέται.
Και κάθε που έρχεται τραβάει μια κλωστή και ξεχειλώνει
Όλο και περισσότερο το ροδοκεντημένο σου φόρεμα.
Αθωότητα…
Και για να βρεις τη παλιά σου γειτονιά ακέραια
πρέπει να πας εκείνη τη γλυκιά ώρα του δειλινού, «Φως Iλαρόν Αγίας Δόξης»
στο κοιμητήριο και χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου να πέσεις με τη ψυχή σου
την καταματωμένη το σώμα σου το χιλιοπαραβιασμένο και τη καρδιά σου
δακρυσμένη στο τελευταίο πύργο του κάστρου σου, αθωότητα,
την ώρα που κλαίει για τα δικά της κάστρα,
να πέσεις στην αγκαλιά της μάνας Ε.Τ

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

αποσπασματα ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ Ρ.Μ.ΡΙΛΚΕ

... Βυθιστεῖτε μέσα στόν ἑαυτό σας, ἀναζητεῖστε τήν αἰτία πού σᾶς ἀναγκάζει νά γράφετε, δοκιμάστε ἄν οἱ ρίζες φυτρώνουν ἀπ' τίς πιό βαθειές γωνιές τῆς καρδιᾶς σας. Ἐξομολογηθεῖτε στόν ἑαυτό σας: θά πεθαίνατε τάχα, ἄν σᾶς ἀπαγόρευαν νά γράφετε; Τοῦτο, πρῶτ' ἀπ' ὅλα: ἀναρωτηθεῖτε, τήν πιό σιγηλή ὥρα τῆς νύχτας σας: «Πρέπει νά γράφω;» Σκαλίστε βαθειά μέσα σας νά βρεῖτε τήν ἀπόκριση. Κι ἄν ἡ ἀπόκριση αὐτή ἀντηχήσει καταφατικά... τότε πλάσετε τή ζωή σας σύμφωνα μ' αὐτή τήν ἀνάγκη. Ἡ ζωή σας ἀκόμα καί στήν πιό ἀδιάφορη, τήν πιό ἄδειαν ὥρα της, πρέπει νά γίνει σημάδι καί μάρτυρας αὐτῆς τῆς ὁρμῆς...»

«... Ἄν ἴσως ἡ καθημερινότητά σας σᾶς φαίνεται φτωχή, μή τήν καταφρονήσετε. Καταφρονεῖστε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σας, πού δέν εἶναι ἀρκετά ποιητής καί δέν μπορεῖ νά καλέσει κοντά του τά πλούτη της...»

«... Ἕνα ἔργο τέχνης εἶναι ἄξιο μόνο σάν ξεπηδάει ἀπό μιάν ἀνάγκη...»
Ἀφῆστε κάθε ἐντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος νά ὡριμάζει μέσα σας, στό σκοτάδι, στό χῶρο τοῦ ἀνείπωτου, τοῦ ὑποσυνειδήτου, ὅπου δέν φτάνει ἡ νόησή σας. Καί μέ βαθειά ταπεινωσύνη κάι ὑπομονή, προσμείνετε τήν ὥρα πού θά γεννηθεῖ ἕνα καινούργιο φεγγοβόλημα: αὐτό, καί μόνο αὐτό, θά πεῖ «ζῶ τήν τέχνη»: εἴτε ἁπλός πιστός της εἶσαι, εἴτε δημιουργός.
Ὁ καιρός ἐδῶ δέν μετράει, ἕνας χρόνος δέν λογαριάζεται, δέκα χρόνια εἶναι ἕνα τίποτα. Καλλιτέχνης θά πεῖ: νά μή μετρᾶς, νά μή λογαριάζεις, νά ψηλώνεις ὅπως τό δέντρο, πού δέν βιάζει τό χυμό του, πού ἀδείλιαστο ἀψηφάει τίς ἀνοιξιάτικες μπόρες, χωρίς νά φοβᾶται μή δέν ἔρθει τό καλοκαίρι. Τό καλοκαίρι ἔρχεται. Ἔρχεται ὅμως μονάχα γιά κείνους πού ξέρουν νά προσμένουν ξένοιαστοι καί γαλήνιοι σάν νά ‘χανε μπροστά τους τήν αἰωνιότητα. Κάθε μέρα πού ‘ρχεται καί φεύγει μοῦ φέρνει ἐτούτη τή διδαχή - διδαχή πληρωμένη μέ πόνους, πού τούς χρωστῶ, ὡστόσο, χάρη: Ὑ π ο μ ο ν ή, αὐτό εἶναι τό μεγάλο μυστικό!...»

«...Οἱ ἄνθρωποι ἔχουνε βρεῖ γιά τό κάθε τί τήν εὐκολότερη (συμβατική) λύση, τήν εὐκολότερη ἀπ' ὅλες τίς εὔκολες λύσεις. Εἶναι ὡστόσο φανερό π
διαίσθησής μας - ἴσως τότε νά δεχόμαστε μέ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη τίς θλίψεις μας παρά τίς χαρές μας. Γιατί, τίς στιγμές αὐτές σάν κάτι καινούργιο σταλάζει ἐντός μας, κάτι Ἄγνωστο μᾶς διαπερνᾶ. Δειλή καί τρομαγμένη ἡ ψυχή μας βουβαίνεται, ὅλα μέσα μας παραμερίζουν, βαθειά γαλήνη ἁπλώνεται καί τό Καινούργιο, τό Ἄγνωστο, ὀρθώνεται στή μέση σιωπηλό...»

«... Πρέπει νά δεχτοῦμε τήν ὑπόστασή μας ὅσο γίνεται πιό πλέρια. Ὅλα, ἀκόμα καί τό ἀκατανόητο, πρέπει νά'ναι ἐκεῖ, πιθανά. Κατά βάθος, τό μόνο θάρρος πού ζητᾶνε ἀπό μᾶς, εἶναι: νά σταθοῦμε θαρρετοί μπροστά στό Ἀλλόκοτο, τό θαυμαστό, τό Ἀνεξήγητο, πού μπορεῖ ν' ἀνταμώσουμε. Οἱ ἄνθρωποι δείχτηκαν, σ' αὐτό τό σημεῖο, τόσο φοβιτσιάρηδες - κι αὐτό ἔβλαψε ἀνείπωτα τή ζωή. Ὅλα ἐκεῖνα πού ὀνομάζουμε «φαντασίες» κι «ὁράματα», ὁλόκληρος «ὁ κόσμος τῶν πνευμάτων» (ὅπως τόν λένε), ὁ θάνατος, αὐτά ὅλα τά τόσο συγγενικά κι «ὁμοούσια» μέ μᾶς πράγματα, τά διώξαμε μέ τήν καθημερινή ἀντίστασή μας, τόσο μακρυά ἀπ' τή ζωή, ὥστε οἱ αἰσθήσεις μας, πού θά μποροῦσαν νά τά «συλλάβουν» ἀτροφήσανε καί μαράθηκαν. Καί δέν λέω τίποτα σχετικά μέ τό Θεό. Ὅμως ὁ φόβος μπροστά στό Ἀνεξήγητο, ὄχι μονάχα φτώχυνε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀτόμου, μά περιόρισε ἀκόμα καί τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἄνθρωπο, τίς τράβηξε ἔξω ἀπ' τό ποτάμι τῶν ἀπέραντων δυνατοτήτων, γιά νά τίς προφυλάξει σέ μιάν ἥσυχη, σίγουρη γωνιά τῆς ἀκροποταμιᾶς.
Δέν φταίει μονάχα ἡ τεμπελιά, πού οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων ἐπαναλαμβάνονται μέ τόση ἀνείπωτη μονοτονία, χωρίς ν' ἀνανεώνονται κάθε φορά: φταίει κι ὁ φόβος, ὁ φόβος μας μπροστά σέ κάτι καινούργιο, πού δέν μποροῦμε νά προμαντέψουμε ποιό θά ‘ναι τό τέλος του καί πού δέν ἔχουμε τό κουράγιο ν' ἀντιμετρηθοῦμε μαζί του. Ὅμως μονάχα ἐκεῖνος πού εἶναι προετοιμασμένος γιά ὅλα, πού δέν ἀρνιέται τίποτα, οὔτε καί τό αἴνιγμα - μονάχα αὐτός θά ζήσει τίς σχέσεις ἀνθρώπου πρός ἄνθρωπο σ' ὅλη τους τή ζωντάνια, καί, σύγκαιρα, θά φτάσει στό βάθος τῆς δικιᾶς του ὕπαρξης...»

«... Δέν ἔχουμε κανένα λόγο νά ‘μαστε δύσπιστοι ἀπέναντι στόν Κόσμο μας, μιά καί δέν μᾶς εἶναι ἐχθρικός κι ἐνάντιος. Ἄν ὑπάρχουν τρόμοι μέσα σ' αὐτόν τόν κόσμο, εἶναι τρόμοι δ ι κ ο ί μ α ς. Ἄν ὑπάρχουν γκρεμνοί, δικοί μας γκρεμνοί εἶναι. Ἄν ὑπάρχουν κίνδυνοι, πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τούς ἀγαπήσουμε...»

«... Κι ἡ τέχνη ἀκόμα, δέν εἶναι παρά ἕνας τρόπος ζωῆς. Μποροῦμε ζώντας ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, νά προετοιμαζόμαστε γι' αὐτήν χωρίς νά τό ξέρουμε. Κάθε τί π ρ α γ μ α τ ι κ ό βρίσκεται πολύ πιό σιμά της ἀπό τά ψευτοκαλλιτεχνικά ἐπαγγέλματα, πού δέν ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματική ζωή καί πού, ἐνῶ πιθηκίζουν τήν τέχνη, ἀρνιοῦνται καί προσβάλλουν «ἔργω» ὅλη της τήν ὑπόσταση. Αὐτό κάνει ἡ Δημοσιογραφία, ὅλη σχεδόν ἡ Κριτική καί τά τρία τέταρτα αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «Λογοτεχνία...».
ώς πρέπει νά στεκόμαστε στό Δύσκολο. Κάθε ζωντανή ὕπαρξη σ' αὐτό στέκεται... Εἶναι γόνιμη ἡ μοναξιά ἐπειδή εἶναι δύσκολη...»ΡΙΛΚΕ


ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ

                    ΧΩΡΙΣ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ                  

Οι ποιητές ταξιδεύουν πάντα μόνοι
με μια και μόνο αποσκευή,
που τη σφιχταγκαλιάζουν με φόβο μαζί και υποψία
ωσάν μια πολύτιμη συλλογή από διαμάντια  και φανταχτερούς λίθους
την ψυχή τους….
Ένα τρένο το μυαλό του ποιητή
που ταξιδεύει
στους σκοτεινούς λαβυρίνθους της ανθρώπινης ύπαρξης
χωρίς προορισμό και έτοιμο πάντα να εκτροχιαστεί
γεμάτο από σαθρές ανθρώπινες ελπίδες
που σωριάστηκαν εκεί σαν αναμνηστικά αντικείμενα διαδρομών και τόπων.
Και αν κάπου κάποτε βρεθεί ένας σταθμός
κολλάνε  τη μούρη τους στο τζάμι γεμάτοι παιδική περιέργεια
και ψάχνουν μανιασμένοι χαρτί και μολύβι..
πρέπει όλα να καταγραφούν…να περιγραφούν….
Μα ποτέ δε κατεβαίνουν.
Μένουν εκεί στην ίδια θέση, δειλοί θεατές
αμέτοχοι , ανέραστοι, ανήμποροι…Ε.Τ


Γιάννης Ρίτσος, ''Ο χώρος του ποιητή''...

Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του.
Πίσω από τα γυαλιά του, πελώρια και περίσκεπτα,
παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ' άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του Θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ' το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
''Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, - ψιθύρισε μόνος του -
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος''.
.
.
...Γιάννης Ρίτσος, ''Ο χώρος του ποιητή''...