Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012




                    «ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ»
                  «…Κανένας δεν έρχεται..κανένας δε φεύγει..».
       Το θέατρο του παραλόγου και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
(Προλογικά για την ιστορία:  δύο άντρες συναντιούνται καθημερινά σε ένα δρόμο, δίπλα σε ένα δέντρο, το οποίο άλλοτε έχει φύλλα και άλλοτε όχι. Περιμένουν κάποιον τον οποίον δεν γνωρίζουν αλλά ακούγεται εξαιρετικά σημαντικός για το μέλλον τους. Αυτός δεν έρχεται και οι δύο άντρες ψάχνουν τρόπους να απασχοληθούν, να διασκεδάσουν την ανία τους. Δοκιμάζουν διάφορα. Σκέφτονται ως ενδεχόμενο την αυτοκτονία. Προσπαθούν να θυμηθούν άλλες εποχές, άλλα μέρη που έχουν βρεθεί.)
Στο επίκεντρο του έργου ο πανικός που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν αναρωτιέται τι νόημα έχει η επιβίωση του, καθώς περιμένει το σκοτεινό και χωρίς προοπτική αύριο. Πανικός που εκφράζεται με απόλυτη σχηματική δράση και ρυθμό εφιαλτικής έμμονης ιδέας. Θέμα του έργου, λοιπόν, το εσωτερικό κενό, η αδυναμία του ανθρώπου, που περιμένει μάταια τη σωτηρία του. Μια παράξενη τραγική φάρσα όπου τίποτα δεν συμβαίνει. «Τίποτα δε γίνεται, κανένας δεν έρχεται, κανένας δε φεύγει. Είναι τρομερό!» λέει ένας ήρωας..Φράση-κλειδί στο έργο, που αρχικά θεωρήθηκε αντιθεατρικό και δεν έβρισκε αίθουσα, αλλά αργότερα επιβλήθηκε. Έγινε …σύνθημα! «Τι κάνω;» «Περιμένω τονΓκοντό..» και θριάμβευσε ως η μεγαλύτερη μεταπολεμική θεατρική επιτυχία.
Για το Μπέκετ, ο οποίος είναι κατά βάση κωμικός συγγραφέας, όσο άθλια και οδυνηρή και αν είναι η ανθρώπινη μοίρα, προσφέρεται για ωμό, μαζοχιστικό γέλιο.. Τίποτα δεν είναι πιο διασκεδαστικό από τη δυστυχία. Είναι το πιο κωμικό πράγμα του κόσμου. Η μοίρα του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάντα έτοιμος για το μεγάλο υποθετικό ραντεβού.. ο Θεός, πάντως, αν αυτός είναι ο Γκοντό, δεν θα εκδηλωθεί. Η θέση του παραμένει κενή. Και ας διψάμε για οποιαδήποτε βεβαιότητα που θα μας καθησυχάσει και θα μας γαληνέψει, που θα μας επιτρέψει να δαμάσουμε τα φαντάσματα μας.
Καμία δράση, καμία ένδειξη τόπου και χρόνου.. ο συγγραφέας δίνει παραλλαγές του ίδιου θέματος χωρίς να καταλήγει πουθενά, χωρίς οι ήρωες του να αλλάζουν ψυχολογικά.
Ο άνθρωπος δυστυχώς φοβάται την ελευθερία, αποζητά την καταπίεση και λαχταράει( το βλέπουμε μέρα σε μέρα αυτό και φυσικά από αιώνα σε αιώνα) την ένταξη. Αν αυτά τα πικρά λόγια δεν αντιπροσώπευαν την αλήθεια , δεν θα είχαμε θρησκευτικούς πολέμους, δεν θα είχαμε καν πολιτικά κόμματα. Ο άνθρωπος λιώνει για  μια ταυτότητα που να τον βεβαιώνει πως δεν είναι μόνος και έρημος, αλλά πως ανήκει σε ένα κοπάδι. Γι αυτό φανατικά απαιτεί να αναγράφονται στη ταυτότητα του όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την ιδιωτική του ζωή. Γι αυτό προσχωρεί σε αιρέσεις όσο το δυνατόν πιο αυστηρές. Εδώ και όσοι πιστεύουν σε έναν ανθρωπόμορφο Θεό με «στο χέρι το τεφτέρι» όπου καταγράφει τις πράξεις μας. Αμείλικτο τον πιστεύουν και τον πιστεύουν έτσι γιατί αυτό θέλουν. Θα με ρωτήσετε γιατί.. Γιατί ο άνθρωπος φοβάται πάνω απ’ όλα την ευθύνη.
Ποιος είναι λοιπόν ο Γκοντό και τι είναι το έργο; Πέρα λοιπόν απ’ όλες τις κριτικές και τους ορισμούς το έργο είναι απολύτως ανοιχτό. Η όποια άποψη εμπεριέχεται αρκεί να θελήσετε αυτήν, ειδικά αυτή να βρείτε. Όλες του τις φράσεις, τις έχουμε πει εμείς οι ίδιοι, πολλές από τις καταστάσεις του τις έχουμε ζήσει. Ο κάθε θεατής αναζητά σε ένα θεατρικό έργο μία έστω φράση που να του θυμίζει κάτι δικό του.. Που να τον εκφράζει όπως ένα τραγούδι άλλωστε.  Εδώ άδικα θα ψάξετε για μία φράση που θα θελήσετε να κάνετε ολόδικη  σας. Όλες προσφέρονται και όλες μας περιπαίζουν.  Όλες αρχίζουν και όλες μένουν μισές. Όπως οι προσδοκίες μας. Σαν το Γκοντό που είναι συγχρόνως μια προσδοκία και μια δικαιολογία.. για να συνεχίσουμε να ζούμε. Όλη η ανθρωπότητα σε ένα έργο.
Ένας λόγος σε συνεχή εκκρεμότητα, πυκνός και συνάμα ανοιχτός, οικείος και άμεσος και συνάμα εκρηκτικός, μυστικός και αποκαλυπτικός, ελίσσεται μέσα στο απλό αυτό δρώμενο και υποστατώνει κάθε χειρονομία, κάθε στάση και στοιχειώνει κάθε σιωπή. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Περιμένοντας το Γκοντό είναι το πιο θεολογικό έργο του αιώνα μας, όχι γιατί μιλάει για τον Θεό, αλλά γιατί ο Θεός απουσιάζει, σιωπά, ηρακλείτεια, όπως η φύσις του Εφεσίου, φιλεί κρύπτεσθαι. Το αναίτιο της υπάρξεως, η ερημία του όντος κυριεύουν το κενό, το μηδέν, ώστε ο λόγος που εξέπεσε σε κουβεντολόι, ενώ ξεκίνησε ως μύθος και πλήρωση, να παίζει το ρόλο σχολίου σε ένα ανύπαρκτο κείμενο.  Τα υποκείμενα του Μπέκετ είναι ανεπίδοτα, χωρίς κατηγόρημα, χωρίς αντικείμενο, χωρίς προορισμό. Αποκομμένα από την ουσία τους συμβεβηκότα.  Κτίσματα τυχαία εριμμένα όπου ο τέκτονας αποσύρθηκε και κανένας δε τα διεκδικεί. Διατηρητέα αλλά και ακατοίκητα. Ο χρόνος είναι η μόνη κατηγορία σε αυτό το έργο που έχει νόημα. Σαν το βέλος του Ζήνωνος, που φαίνεται να κινείται μέσα σ’ ένα διαιρετό χρόνο, οι αντιήρωες του Μπέκετ καμώνονται ότι κινούνται, ενώ στη πραγματικότητα τίποτε δε κινείται μέσα σ’ ένα συμπαγή χρόνο. Τέλος το Περιμένοντας το Γκοντό είναι ουσιαστικά το τέλος του θεάτρου, επειδή η τέχνη ως ερμηνεία του κόσμου και της υπάρξεως δεν είναι παρά μόνο μια ακόμα αυταπάτη. Η τελευταία γοητεία που ασκεί το απρόσιτο.
Ο Μπέκετ έχοντας καταλάβει τα μηνύματα των καιρών, συζητεί για τη θέση του υποκειμένου στο μεταίχμιο των δύο –ισμών. Το πρόβλημα των δύο λακέδων του έργου είναι ότι έχουν (και καλλιεργούν) μια κεντρομόλο(νεωτερική) κοσμοθεωρία σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο ο οποίος την αρνείται. Εξ ου και η αμηχανία τους. Τα παίγνια τους υπό το φως της μελλοντικής παρουσίας του Γκοντό ασφαλώς και δε σημαίνουν απολύτως τίποτα. Υπό το φως όμως, της παρούσας απουσίας του, σημαίνουν τα πάντα, αφού κάπως έτσι δίνουν στην αναμονή μια παρουσία με νόημα που η αναμονή αρνείται και κατ’ επέκταση ο Μπέκετ. Δίνει όμως στο έργο του και στη ζωή μας ένα νόημα που τόσο το έργο όσο και η ζωή μας αρνούνται πεισματικά.

Μία από τις πλέον δυνατές στιγμές της παράστασης είναι αυτή κατά την οποία ο Εστραγκόν φωνάζει «Πεινάω!!!». Αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου. Γνωρίζουμε ότι πολλά εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν στο κόσμο από τη πείνα, αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν μας αφορά, μέχρι που ένας ηθοποιός ζωντανεύει τη φρίκη μιας ανθρώπινης ύπαρξης που πεινάει και δεν έχει τίποτα να φάει. Οι εκατομμύρια βαθυστόχαστες και μη σελίδες που γράφονται καθημερινά δεν αξίζουν όσο ένα κομμάτι ψωμί για ένα πεινασμένο παιδί.

*  ο Σάμιουελ Μπέκετ  (13 Απριλίου 1906- 22 Δεκεβρίου 1989) ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.  Το 1969 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας , ενώ το 1984 εκλέχθηκε επικεφαλής της Aosdana, ένωσης ανθρώπων των Καλών Τεχνών της Ιρλανδίας. Το έργο του είναι βασικά μινιμαλιστικό, και σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, βαθιά απαισιόδοξο για την ανθρώπινη φύση. Η απαισιοδοξία αυτή αντανακλάται από την εκτενή και περίεργη αίσθηση του χιούμορ  στο έργο του, καθώς και από το γεγονός ότι η περιγραφή των εμποδίων στην ανθρώπινη ζωή εξυπηρετεί την επιθυμία του Μπέκετ να δείξει ότι το «ταξίδι» είναι που αξίζει παρά τις δυσκολίες του.

Σημ.. Συμπίλημα από διάφορες κριτικές. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου