της ΕΥΗΣ ΤΑΝΟΥΔΗ
ΟΙ ΔΥΟ ΑΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
1204 ΦΡΑΓΚΟΙ & 1453 ΤΟΥΡΚΟΙ
Ποιες οι Επιπτώσεις στην Πορεία του Ελληνισμού μέχρι Σήμερα;
Συνήθως
όταν αναφερόμαστε στην Άλωση της Πόλης, εννοούμεμε τη γνωστή από τους
Τούρκους,
στις 29 Μαΐου
1453. Ωστόσο, πριν διακόσια τόσα χρόνια είχε προηγηθεί η Άλωση από τους Λατίνους, που, για ορισμένους μελετητές, υπήρξε η αφετηρία της παρακμής και της ουσιαστικής πτώσης της Πόλης, αλλά και γενικότερα του βυζαντινού πολιτισμού. Παρακμή που, κατά πολλούς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα...
Στις 13 Απριλίου του 1204, η Πόλη «έπεσε» για πρώτη φορά. Από τότε θα έπεφτε για πάντα... Αναφέρομαι βεβαίως στη γνωστή σε όλους μας πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπο-λης στα 1204 από τους Φράγκους. Αλλά ας δούμε πώς ξεκίνησαν όλα... ...Βρισκόμαστε στον 11ο αιώνα, που εντέλει αποδείχτηκε ιδιαίτερα κρίσιμος για την τύχη της Βυζαντινής Αυτοκρατο-ρίας και των γειτονικών της λαών. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλοί. Εμφάνιση των Τούρκων στα ανατολικά και ήττα μας στη μάχη του Ματζικέρτ το 1071. Νορμανδοί στις βυζαντινές κτήσεις στη Ν. Ιταλία και απειλές κατά του Δυρραχίου. Ούγγροι, Σέρβοι και Βούλγαροι στα βόρεια σύνορα...

Ζωγραφική απεικόνιση της μάχης του Ματζικέρτ το 1071.
Πάνω στον «πανικό» της για τον επερχόμενονο κίνδυνο στα σύνορα της, προβαίνει σε αρκετές παραχωρήσεις και εκχώρηση προνομίων, καθώς και απεγνωσμένες προσπάθειες για ένωση με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (βλ. ΑΒΑΤΟΝ τεύχος 70), ενώ όλοι αυτοί που προσέβλεπαν στην κατάληψη της δεν θα αρκούνταν τελικά μόνο σε μερικά προνόμια!
Επιπλέον, η συνεχής ενίσχυση των γαιοκτημόνων, η αύξηση της φορολογίας στις λαϊκές μάζες και η συρρίκνωση του αυτοαυτοκρατορικού θεσμού στην πρωτεύουσα ενισχύουν τις τάσεις εκ-φεουδαλισμού στο ύστερο Βυζάντιο, φέρνοντας το πολύ κοντά στο αντίστοιχο δυτικό σύστημα, το οποίο επικράτησε σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Με όλα αυτά και άλλα πολλά -για να μην αναλωθούμε σε ξηρά ιστορικά στοιχεία-φτάνουμε στα δραματικά γεγονότα της Άλωσης της Πόλης από τους Φράγκους, γεγονός που ήταν από καιρό ενδόμυχη επιθυμία όλων των Σταυροφόρων, υπό το πρόσχημα των Δυτικών να σώσουν την πάσχουσα Χριστιανική Ανατολή!
ΤΟΣΑ
ΛΑΦΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ
ΠΟΛΗ..
Με το που πάτησαν οι Λατίνοι την Πόλη, αυτό που χαράχτηκε μια για πάντα στις μνήμες τόσο των κατακτητών όσο και των υπόδουλων, ήταν ο θαυμασμός που προκάλεσε το θέαμα της Βασιλεύουσας στα μάτια των «Σταυροφόρων του Αίματος». Στο Χρονικό της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, του Γοδεφρείδου Βιλλεαρ-δουΐνου (κεφ. 2, παρ. 52-53) αναφέρονται τα εξής:
«... Γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να σκεφτούν πως μπορεί να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μία τόσο πλούσια πόλη, όταν είδαν αυτά τα ψηλά της τείχη και τους πλούσιους πύργους και αυτά τα πλούσια παλάτια και τις ψηλές Εκκλησίες, που ήταν τόσες πολλές που κανείς δεν θα το πίστευε αν δεν το έβλεπε με τα μάτια του... Και τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά που κανείς δεν ήξερε να πει πόσα... Από τότε που χτίστηκε ο κόσμος δεν πάρθηκαν τόσα λάφυρα από μία μόνο πόλη!...».
Τα λάφυρα που πήραν οι Σταυροφόροι από την Βασιλεύουσα στολίζουν μέχρι σήμερα πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και μουσεία. Όμως δεν ήταν μόνο τι πήραν οι Φράγκοι, αλλά πώς το πήραν. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψει κανείς την απίστευτη βαρβαρότητα και έλλειψη παιδείας την οποία έδειξαν, με το κάψιμο εκκλησιών, σπάνιων ελληνικών χειρογράφων, και πλήθος ανίερων πράξεων σε βάρος γυναικών και κακομεταχείρισης ιερών λειψάνων!!!
Λίγο πριν την Άλωση, η Πόλη, αν και έχει χάσει
την παλαιά της επιβλητικότητα, εξακολουθεί να διατηρεί το μύθο της. Ο
πληθυσμός της ανέρχεται σε 40.000 χιλιάδες και οι κάτοικοι
ζουν με το φόβο των Τούρκων. Ο πολεοδομικός
ιστός της παραμένει αναλλοίωτος, αλλά η παρακμή
στα δημόσια κτίρια είναι εμφανής. Τα
μεγάλα δημόσια έργα, εκτός από την επισκευή
των λιμανιών και των τειχών, έχουν σταματήσει και ακόμη και το
Παλάτι είναι ερειπωμένο. Η αυτοκρατορία
έχοντας απωλέ-σει την αγροτική ενδοχώρα έχει συρρικνωθεί και στην ουσία έχει περιοριστεί στην Κωνσταντινούπολη, που είναι πλέον πόλη-κράτος. Όση δύναμη της απομένει αποτυπώνεται στην αγορά και στα σπίτια των πλουσίων, κυρίως.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε -χωρίς να υποτιμήσουμε το αντίστοιχο κατακτητικό μένος- ότι οι Τούρκοι στο πέρασμα τους άφησαν λιγότερες αναλογικά τέτοιες αποκρουστικές μνήμες. Και αυτό δεν είναι αποκύημα φαντασίας της γράφουσας αλλά καταγραφή της συλλογικής μνήμης του απλού λαού.
Άλλωστε, όπως αναφέρει και ο Γιώργος Καραμπελιάς στο έργο του 1204: Η Διαμόρφωση του Νεότερου Ελληνισμού, ο τούρκικος ζυγός χτυπούσε τον Ελληνι- σμό στην «επιφάνεια», ενώ ο λατινικός στο πνεύμα. Και ως γνωστόν, όταν υποδουλωθεί το πνεύμα ακολουθούν και όλα τα υπόλοιπα.
ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ
Η πλέον όμως καθοριστική συνέπεια της Φραγκοκρατίας ήταν ότι προετοίμασε το έδαφος σε κάποιο βαθμό για τη δεύτερη και οριστική πτώση της Πόλης στα χέρια των Τούρκων, στις 29 Μαΐου του 1453.
Ο ελληνικός λαός όλη την προηγούμενη περίοδο είχε ήδη εξουθενωθεί σε όλους τους τομείς. Στο διοικητικό σύστημα επικρατούσε η φεουδαρχία, ενώ οι προσπάθειες εκ-λατινισμού των «αιρετικών ορθοδόξων» εκτείνονται μέχρι την εποχή της ύστερης Τουρκοκρατίας (για να μην πούμε μέχρι σχετικά πρόσφατα, τον προηγούμενο αιώνα). Ο λαός αντιστεκόταν με κάθε μέσο, για πρώτη φορά ίσως, για τη διατήρηση της ταυτότητας του. Αυτήν την περίοδο μάλιστα, ο όρος Έλλην αποκαθίσταται στο αρχικό
του πολιτιστικό και εθνικό πλαίσιο. Ο κίνδυνος του 'Ελληνα -Εθνικού έχει παρέλθει πλέον, και η ταυτότητα των ελληνόφωνων πληθυσμών βάλλεται από έξω αυτήν τη φορά. Πολλοί Δυτικοί, οι
οποίοι εγκαταλείπουν τον τόπο τους και
έρχονται να μείνουν στην Ελλάδα
επιστρέφουν πίσω, απογοητευμένοι. Κι
αυτό επειδή η «Ελλαδίτσα» δεν μοιάζει σε τίποτα με τις παλιές εποχές της
(δεν πρόλαβαν βλέπετε να «δανειστούν»=αρπάξουν εκείνα τα οποία «δανείστηκαν»
οι προηγούμενοι Λατίνοι). Έτσι, περιγράφουν
με τα μελανότερα χρώματα και τις πιο απαξιωτικές φράσεις τη χώρα και τους κατοίκους της. Στην περίοδο της
Τουρκοκρατίας, τα πράγματα συνεχίζουν να μην είναι ευνοϊκά για τους Έλληνες «ραγιάδες». Οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη μένουν στάσιμες. Κυρίως όμως
η έλλειψη οργανωμένης παιδείας θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα
προβλήματα που αντιμετώπισε ο ελληνισμός την περίοδο αυτή. Ας μην ξεχνάμε ότι η παιδεία ήταν
σημαντική για την προστασία
με κάθε τρόπο και από κάθε άποψη
της ελληνικής ταυτότητας. Μάλιστα, για την
εποχή αυτή έχουν διαδοθεί και δύο μεγάλοι μύθοι, που βέβαια εξυπηρετούν ο καθένας
από ένα σκοπό: Ο πρώτος μύθος αφορά τη δήθεν ειρηνική
συνύπαρξη Ελλήνων και
Τούρκων. Κατοχυρώνεται δε από την
κατά καιρούς εκχώρηση προνομίων στους υπόδουλους Έλληνες, ενώ παρουσιάζεται ως
μεγάλο σφάλμα, σχεδόν
«αμάρτημα», το γεγονός ότι ξεσηκώθηκε το άπιστο μιλέτ και επαναστάτησε κατά του «ευεργέτη» του! Ο δεύτερος μύθος
αναφέρεται στην επίσης δήθεν συνεχή αντιπαλότητα
μεταξύ Δυτικών και Τούρκων. Ο μύθος αυτός εντούτοις
ανατρέπεται εύκολα από τις αρκετές ιστορικές
αναφορές που διασώζονται, με περιεχόμενο
τη σύναψη εμπορικών και μη συμφωνιών μεταξύ των δύο πλευρών. Τώρα, σε τι σκοπό
αποβλέπουν τελικά... το αφήνω στην
κρίση του αναγνώστη!
ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΝΑ ΠΑΜΕ ΚΑΙ ΠΟΙΟΥΣ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ...
Το
λυπηρό με τους κατοίκους της μικρής χώρας μας είναι ότι όσα βήματα κάνουν μπροστά με την
ενότητα τους, άλλα τόσα κάνουν πίσω με τους
διχασμούς τους. Αποτέλεσμα; Να μένουν συνεχώς μετέωροι, σαν αιώνιοι έφηβοι, που αναζητούν εναγώνια την ιδιοπροσωπία τους. Και αυτό ίσχυε πάντα,
και τώρα και τότε... Οι Τούρκοι βρίσκονται προ των πυλών λίγο πριν την Άλωση και ο λαός χωρίζεται και πάλι στα δύο. Ενωτικοί και Ανθενωτικοί θα αποτελέσουν στο εξής τα δύο αντίπαλα ιδεολογικά
στρατόπεδα. Οι Ενωτικοί θα
υποστηρίξουν την ένωση με τη Δύση, ελπίζοντας αρχικά στη βοήθεια της. Αργότερα θα δουν την
ένωση ως μέσο ένταξης
μας στον πολιτισμένο κόσμο. Οι Ανθενωτικοί από την άλλη πλευρά θα φτάσουν στο σημείο να
δηλώνουν την προτίμηση
τους στο τούρκικο σαρίκι από τη λατινική τιάρα!
Ποιο
κατακτητικό παρελθόν μας όμως από τα δύο επηρέασε τελικά και σφράγισε την απλή καθημερινότητα μας αλλά και τον
αυτοπροσδιορισμό μας όλους αυτούς τους αιώνες; Η απάντηση
σίγουρα δεν είναι απλή. Και θα πρέπει κανείς
να χρησιμοποιήσει ως σημείο εκκίνησης για
τον προβληματισμό αυτό το λαϊκό
πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του (δημοτικό τραγούδι, ρεμπέτικο,
παραδόσεις, θρύλους, τέχνη, λαογραφία,
γλώσσα κτλ).
Προσωπικά, θεωρώ περισσότερο αξιόπιστη ιστορική πηγή τη συλλογική μνήμη του απλού λαού, που δεν φτιάχνει ιστορία «μαγειρεύοντας» τη
με συμφέροντα. Η τελική
Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 αυτή καθ' εαυτή, ως γεγονός, συνεχίζει να
συγκλονίζει και να προβληματίζει λίγο-πολύ τον κάθε Έλληνα, ανεξάρτητα από το φιλοβυζαντινό ή μη αίσθημα του. Ίσως να είναι η
περηφάνια μιας αυτοκρατορίας
που πληγώθηκε θανάσιμα. Ποιος
θα πίστευε σήμερα πως είναι δυνατόν να «πέσει» η Αμερική (που πολύ πιθανόν να το δούμε και αυτό); Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, κατά τη Φραγκοκρατία, οι
εντυπώσεις πολλών ξένων για τη στάση
των Ελλήνων είναι χαρακτηριστικές της περηφάνιας
και του αισθήματος ανωτερότητας που τους διακατείχε. Πολλοί μιλούν
για ελληνικό σωβινισμό και
αλαζονεία.
Άλλωστε, οι Βυζαντινοί
-έχοντας ως πρότυπο το ιδεώδες της «ησυχίας»- έδειχναν απέχθεια για το βάρβαρο δυτικό ιπποτικό ιδεώδες. Μάλιστα,
ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι
σε λογοτεχνικά κείμενα του 14ου αιώνα, αναφέρεται ως αρχέτυπο διαμάχης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων ο... Τρωικός Πόλεμος! Πολλά είναι τα αρνητικά κατάλοιπα που κουβαλάει ο νεοέλληνας
από τη χρόνια συνύπαρξη του με τον κατακτητή, αλλά και αρκετά θετικά στοιχεία «γεννήθηκαν» με τη δράση μηχανισμών άμυνας. Ο υγιής
ζωντανός οργανισμός, όταν δέχεται ένα
ξένο διαβρωτικό σώμα μέσα του, είναι μαθηματικά λογικό ότι θα αντιδράσει, θα αντισταθεί. Ειδάλλως είναι νεκρός και δεν το ξέρει! Ο Ελληνισμός λοιπόν, μη μπορώντας να αποτρέψει τις
εδαφικές του αλώσεις, «οχυρώθηκε»
κατά της ψυχικής του άλωσης.
Οι Σταυροφόροι
στην Πόλη, έργο του Ντελα-κρουά (1840).
Βρίσκεται στο Λούβρο.
|
Η «βυζαντινή» αίγλη της Θεσσαλονίκης, και ο
«ορθολογισμός» της Αθήνας. Μια στημένη αντιπαράθεση
Συσπειρώθηκε γύρω από την
Εκκλησία για να αποφύγει
εκλατινισμούς και εξισλαμισμούς.
Παράλληλα, πρόβαλλε ξανά την αρχαία ελληνική κληρονομιά, για να διαφυλάξει τη γλώσσα και την ταυτότητα του από
τον περιρρέοντα εθνικιστικό βαλκανικό
«πυρετό»,
Σ' αυτό το σημείο βέβαια πρέπει να
επισημάνουμε πως η ελληνική γλώσσα δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την επαφή της με τις γλώσσες
του κατακτητή. Πολλές άγνωστες λέξεις και εκφράσεις πέρασαν στην καθημερινή μας ομιλία και αφομοιώθηκαν σε τέτοιο
βαθμό, ώστε να μην είναι πλέον εύκολα
αναγνωρίσιμες ως ξένες. Μάλιστα, το φαινόμενο εντατικοποιήθηκε μετά τη
Μικρασιατική καταστροφή και την προσέλευση
χιλιάδων προσφύγων. Ανήσυχο το ελληνικό πνεύμα δεν μοιρολάτρισε μετά την Άλωση της Πόλης το 1204, αλλά
δημιούργησε αυτοκρατορικές εστίες
στη Νίκαια, στην Τραπεζούντα, στο
Μυστρά, στη Θεσσαλονίκη. «Έλαμψε» για
τελευταία φορά λίγο πριν το τέλος, με την «παλαιολόγεια» άνθιση σε όλους τους τομείς. Η πορεία όμως της Βυζαντινής Αναγέννησης αποκόπηκε βίαια το 1453 και μεταφέρθηκε στη Δύση, με τη μετανάστευση πολλών Ελλήνων λόγιων, εμπνέοντος την εκεί Ευρωπαϊκή Αναγέννηση.
Η ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ
Ξαναγυρίζοντας στις μνήμες των δύο Αλώσεων, διαπιστώνουμε ότι η λαογραφία μας βρίθει από ιστορίες και θρύλους σχετικά με την αποφράδα εκείνη μέρα του 1453, ενώ αναλογικά είναι πολύ λιγότεροι οι θρύλοι οι σχετικοί
με εκείνη του 1204.
Περίφημες και διαχρονικές είναι λόγου χάρη οι παραδόσεις για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά, τα μισοτηγανισμένα ψάρια, καθώς και για το σημείο στη θάλασσα της Προποντίδας που είναι πάντα γαλήνιο και ευωδιαστό, λόγω του ότι εκεί βούλιαξε η Αγία
Τράπεζα, που βρισκόταν μέσα στην Αγια Σοφιά...
Όλες αυτές οι ελπίδες του απλού
λαού για την επανάκτηση της Πόλης στα μετέπειτα χρόνια -και κυρίως μετά την επανάσταση του 1821 και τη διαμόρφωση του νεότερου ελληνικού κράτους- θα αποτελέσουν τη «ζύμη» για τη δημιουργία της Μεγάλης Ιδέας. Η
Μεγάλη αυτή Ιδέα θα εκφραζόταν πλέον
μέσα από την επίσημη κρατική πολιτική
και εκπροσωπήθηκε από πολλές και
διαφορετικές εξέχουσες φυσιογνωμίες
του έθνους.
Το όραμα όμως μίας νέας
βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπου Έλληνες θα θεωρούνται όσοι μιλούν την ελληνική γλώσσα
και κατέχουν την ελληνική παιδεία, εμφανίστηκε σε πρώιμο εμβρυακό στάδιο, ήδη από τον 18ο και 19ο
αιώνα. Κυρίως αναδύθηκε στο
κράτος της Νίκαιας
μετά την κατάληψη της
Πόλης το 1204, αλλά και αργότερα
στα 1261, όπου ο Μιχαήλ Η' ο
Παλαιολόγος, αφού ανέκτησε την Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε χρυσόβουλο (δηλαδή αυτοκρατορικό διάταγμα)
διατυπώνοντας τη Μεγάλη Ιδέα ανασύστασης του
βυζαντινού κράτους, χρησιμοποιώντας
πια τη λέξη Ελλάς·. Στα χρόνια
που ακολούθησαν μετά την επανάσταση
του 1821, όπου το κράτος προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις
στάχτες του, οι προσδοκίες του να
προσεγγίσει τους ρυθμούς ανάπτυξης της Δυτικής Ευρώπης και να κερδίσει την εκτίμηση της μοιάζουν με αγώνα δρόμου... Η μικρή Ελλάδα έρχεται πάντα τελευταία και καταϊδρωμένη!
Τα κατάλοιπα της συμβίωσης της για αρκετά
χρόνια με κατακτητές δημιούργησαν πάμπολλες
αρνητικές στάσεις και συμπεριφορές, κυρίως
στο επίπεδο του δημοσίου βίου. Η
πολιτική άρχισε με τα χρόνια να ταυτίζεται
με τη διαφθορά και να κυριαρχεί το πελατειακό σύστημα και το «ρουσφέτι».
Ο λαός χάνει σταδιακά την
εμπιστοσύνη του στους εκπροσώπους του, φτάνοντας σήμερα
στην κατάσταση του «βολέματος» και του
«ωχαδερφισμού». Ακόμα και ο συλλογικός, σε αδιάλειπτη συνέχεια, εθνικός χαρακτήρας του Έλληνα με τα χρόνια υπόκειται σε μεταβολές, ώστε
να φτάσει να διατηρεί σήμερα όλο και
λιγότερα όμοια χαρακτηριστικά με τους
ένδοξους προγόνους του. Το πολυδιαφημισμένο δε ελληνικό φιλότιμο
κατάντησε πλέον γραφικό! Οι δύο
πολιτιστικές κατευθύνσεις, ανάμεσα στις οποίες κλυδωνίζεται το
νεοελληνικό έθνος από τα γεννοφάσκια του,
διαγράφονται καθαρά στην αιώνια μεταφυσική
διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες πόλεις μας, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η «συμπρωτεύουσα» διατηρεί περισσότερες «πονεμένες» μνήμες, καθότι υπήρξε πολυεθνική
πόλη στο παρελθόν. Εξαιτίας αυτού του
γεγονότος, οι συγκρούσεις εθνικών
ομάδων με αντικρουόμενα συμφέροντα
είναι συνεχείς και επαναλαμβανόμενες. Η Θεσσαλονίκη όμως στη
συνείδηση των κατοίκων της -και όχι μόνο- έχει
μείνει ως το υποκατάστατο της Κωνσταντινούπολης ή αλλιώς η αδελφή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Βασιλεύουσα ήταν η μάνα για
τους προσφυγικούς πληθυσμούς που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Η Αθήνα, περισσότερο επηρεασμένη από τους αναγεννησιακούς ρυθμούς, φιλοξενούσε
επί χρόνια όλους αυτούς που οραματίζονταν
μία νέα Αρχαία Ελλάδα διαγράφοντας
το βυζαντινό παρελθόν της. Υπήρξε
τελικά η πόλη που εκπροσώπησε τον ορθολογικό τρόπο ζωής και προσανατολίστηκε στην τεχνολογική ανάπτυξη και
στη δημιουργία ευνοϊκών
σχέσεων με τη Δύση. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε
ήδη, ένα γεγονός που ενίσχυσε την
πόλωση αυτή είναι ο μεγάλος αριθμός
προσφύγων που εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη
και προσέθεσαν «μπόλικες δόσεις
νοσταλγίας» στην ήδη φορτισμένη ατμόσφαιρα
της.
Ο
ΕΛΛΗΝΑΣ, ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ
ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Ο Μιχαήλ Η'
Παλαιολόγος.
|
Συχνά έχω την αίσθηση ότι το σημερινό ελληνικό κράτος υιοθετεί ασυναίσθητα ίσως σε μεγάλο βαθμό- μερικές από τις συμπεριφορές «απόγνωσης» που χαρακτήριζαν το μεγάλο του «πρόγονο·, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όπως εκείνη
τότε, έτσι και αυτό σήμερα, χρησιμοποιεί πολλές φορές πολιτική συμβιβασμού με τα δυτικά κράτη, κυρίως δε με τις ΗΠΑ.
«Εξουσιοδοτεί» επίσης το δικαίωμα να λαμβάνονται κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις ερήμην του. Το ελληνικό κράτος
διακατέχεται από ανεξήγητο πανικό ότι θα
Η πολιορκία της Πόλης σε γαλλική μινιατούρα.
μείνει «πίσω» κατά
κάποιον τρόπο από τις παγκόσμιες εξελίξεις. Ή
πως κάθε διαφωνία του με την Αμερικανική
Αυτοκρατορία θα το φέρει στα πρόθυρα
του πολέμου. Αυτός ακριβώς ο φόβος
έχει ως αποτέλεσμα την «υποτακτική»
συμπεριφορά του. Αναρωτιέμαι λοιπόν, μήπως
αυτή η ιστορική του ομοιότητα στο
θέμα της εξωτερικής πολιτικής με τη
Βυζαντινή Αυτοκρατορία, το οδηγήσει σε
παρόμοια κατάρρευση... Και τότε τι
μηχανισμούς αντίστασης θα μπορέσει να δημιουργήσει ο νεοέλληνας, με την παρούσα σύγχυση που τον
γεμίζει ανασφάλεια;.. Δυστυχώς στις μέρες μας, το εθνικό συναίσθημα και ο πατριωτισμός θεωρούνται πράματα «μπανάλ». Ταυτίζονται, δυστυχώς, με συνθήματα που χρησιμοποίησαν κατά
καιρούς διαφόρων κατευθύνσεων
πολιτικές ομάδες ή ιδεολογίες. Μέρα
με τη μέρα, βλέπουμε την ιστορία μας να αποσιωπάται -και στη χειρότερη περίπτωση να νοθεύεται-στο όνομα μιας ελληνοτουρκικής ή δεν ξέρω κι εγώ τι
άλλο φιλίας! Το γεγονός αυτό θέτει
αυτόματα σε αμφισβήτηση τις πικρές
μνήμες του απλού λαού για εκείνα τα
χρόνια της υποδούλωσης μας, ενώ από
την άλλη, οι αιώνιοι «εχθροί» μας νοθεύουν την ιστορία για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, την ενίσχυση της εθνικής τους συνείδησης. Ακόμα και οι Αρχαίοι Έλληνες, παρ' όλη την
πολιτιστική παιδεία τους και το υψηλό φρόνημα, ήταν απόλυτοι, κατηγορηματικοί και συνειδητοποιημένοι όταν έλεγαν ότι Έλληνες είναι μόνο αυτοί που μιλούν και σκέφτονται ελληνικά. Όλοι οι
άλλοι είναι απλά βάρβαροι,
ούτε καν ξένοι ή αλλοδαποί!
Και αυτό θα πρέπει να
αναλογιζόμαστε κάθε φορά που ξεχνάμε ή επιλέγουμε να ξεχνάμε, αλλά και από την άλλη να έχουμε το θάρρος να αντικρίζουμε τα δικά μας ιστορικά λάθη.
Ο Έλληνας -κατά καιρούς και ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες- έδωσε διάφορα ονόματα στην εθνική του ταυτότητα,
τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για διάφορους
σκοπούς. Επικράτησαν δε ως διαχρονικές τάσεις του
να αυτοπροσδιορίζεται. Αυτά τα
ονόματα είναι ο Γραικός, ο Ρωμιός, ο Έλληνας και ο Ελληνιστής Κοσμοπολίτης. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι
ανάγκη να συνενωθούν αυτές οι τάσεις στη
συλλογική ελληνική ψυχή, για πιο πλήρη και ολοκληρωμένη ιστορική συνείδηση, ώστε να αρθεί το αδιέξοδο της εθνικής σύγχυσης. Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφέρω μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση που έκανε κάποτε ένας πολύ καλός φίλος μου, όταν είπε ότι ο Έλληνας είναι ένα μικρό Βυζάντιο: Ανεβαίνει, δοξάζεται, πέφτει, υποτάσσεται και
σιγά-σιγά ξανασηκώνεται!
ι πηγεσ]
•
Γιώργος Καραμπελιάς, 1204:
Η Διαμόρφω
ση του Νεώτερου Ελληνισμού, Εναλλακτικές
Εκδόσεις
ση του Νεώτερου Ελληνισμού, Εναλλακτικές
Εκδόσεις
•
Τόνια Κουσιοπούλου, Βασιλεύς ή Οικονό
μος: Πολιτική Εξουσία και Ιδεολογία πριν την
Άλωση, Πόλις
μος: Πολιτική Εξουσία και Ιδεολογία πριν την
Άλωση, Πόλις
• Θεόδωρος
Ζιάκας, Αυτοείδωλον εγενόμην...,
Αρμός
Αρμός
•Νίκος Γ. Ζαχαρόπουλος, Η Εκκλησία στην Ελλάδα κατά την Φραγκοκρατία, Πουρναράς. •Θάνος Βερέμης, Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Ιωάννης Κολιόπουλος, Ευάγγελος Κωφός, Αλέξανδρος Κιτροέφ, Εθνικισμός και Εθνική Ταυτότητα στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας
• Ιωάννης Ε.
Αναστασίου, Εκκλησιαστική
Ιστορία (ΙΑ' μέχρι σήμερα, Τόμος Β), Παρα
τηρητής
Ιστορία (ΙΑ' μέχρι σήμερα, Τόμος Β), Παρα
τηρητής
WHO is WHO]
Η ΕΥΗ ΤΑΝΟΥΔΗ είναι
απόφοιτος Θεολογίας. Ασχολείται με θέματα
ελληνικού και βυζαντινού πολιτισμού, καθώς επίσης
και με την ποίηση. Ζει και εργάζεται στη
Θεσσαλονίκη.
Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΟΡΑΛΗΣ έχει
σπουδάσει αρχιτεκτονική και φιλοσοφία. Τα
τελευταία είκοσι χρόνια ασχολείται σοβαρά με τη μελέτη των μεγάλων ιερών παραδόσεων και τη διερεύνηση των σύγχρονων
κοινωνικών και πολιτιστικών τάσεων.
ΑΒΑΤΟΝ
56
52 ΛΒΑΤΟΝ