Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΛΙΜΝΙΑ

Έξι χρόνια τώρα σταματημένο ρολόι
εκκρεμές με δρεπάνια για δείκτες
δείχνει την ίδια ώρα, φριχτή η του θανάτου ώρα
όποια και να ναι θε να ναι πάντα η ίδια.
Έξι χρόνια μας εμποδάει, με το μακρύ λουρί της
μαστίγιο με φωτιές στις άκρες
η δυστυχία να περάσουμε σε όχθη αντικρινή.
Και τα μετρώ και δε τελειώνουν
έξι πάντα τα χρόνια βγαίνουν. Ποιος θα βρεθεί να κλέψει τέτοιες ώρες;
Μα όντας ψυχολογικός απών αυτά τα χρόνια της καταχνιάς δε τα κατάλαβα.
Μ’ αγγίζει ο ήλιος το πρωί και το λευκό μου φόρεμα ματώνει
και είναι οι ώρες όλες μεσημεριού καυτές
να βαδίζεις μόνος στις πέτρες που καίνε.
Απλώσαμε στο δροσερό γρασίδι στην ακρολιμνιά το φτωχό μας γεύμα
ώσπου να πεις «ανάσανα» τα πήρε όλα το κύμα. Φύσηξε άνεμος προδότης και
σκόρπισαν τα λίγα ψίχουλα που δικαιούμασταν. Πως και από πού βρέθηκε εκεί το κύμα; Ποιος έστειλε αυτόν τον άνεμο σαρωτή; Ούτε που σταματήσαμε το κλάμα να ρωτήσουμε.
Σα κούκλες ψεύτικες που με γελάσανε μοιάζουν οι άνθρωποι που αγάπησα και έφυγαν, όταν κάποιος τις άφησε γυμνές και εκτεθειμένες πίσω από την άλλοτε φανταχτερή βιτρίνα τους. Σα κούκλες ψεύτικες άλλοι απ αυτούς , σαν αερικά μοιάζουν οι άνθρωποι που αγάπησα και έφυγαν για μια όχθη αντικρινή, σε κατάμαυρα νερά, τη μόνη που τελικά δικαιώθηκαν. Τι ειρωνεία!
Σα κύμα άγριο θαλάσσης στη δροσερή ακρολιμνιά. Δε μπορεί να έζησαν.
Με γέλασαν φριχτά τόσο που νιώθω εγώ παράλογα αθάνατη. Για δες, λέω, όποιος παιδεύεται δε πεθαίνει, έχει ένα χρέος πάντα. Να θάβει τους νεκρούς του. Για να χει την ψευδαίσθηση ότι κάποτε έζησε ο ίδιος.
Και όταν με το καλό ξεχρεώσει, να κοιμηθεί δε θα χει.
Και όταν δύο καρέκλες επιπλέον προσθέσεις στο τραπέζι σου θα λείψουν δύο αγαπημένοι. Όταν θα βρεις νερό να ξεδιψάσεις θα πίνουν μαζί σου τα σκυλιά.
Έξι χρόνια αναρωτιέσαι και δεν άρχισες να ρωτάς. Πάνω στο έβδομο αναρωτιέσαι πόσο ετών να σαι.
Πόσο ετών να μαι…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου