Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ






ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Ο άνεμος εκεί δε φυσάει…
Σου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά
σου δίνει ένα φιλί στο μέτωπο και έπειτα
φεύγει κουνώντας νωχελικά το χρυσό φόρεμα της Βερενίκης
στα πανώρια παλάτια του Ήλιου…


Ο έρωτας στην Αλεξάνδρεια… Πώς να ναι άραγε;
 Χιλιάδες χρόνια πριν κρύψαμε τα στεφάνια των πρώτων μας όρκων
σε κάποια έρημο του Νείλου. Και όσοι αέρηδες και αν σηκώθηκαν κανένας φιλόδοξος   τυχοδιώκτης ή ονειροπόλος αλχημιστής δε τα φέρε στο φως..
 Μπορεί και να ταν καλύτερα. Θα ξέραμε τώρα τι κάρμα εκπληρώνουμε.. Ή πόσο έξω πέσαμε.
Οι χρησμοί επαληθεύτηκαν τώρα. Κάθισε η καρδιά μου στον ολόχρυσο θρόνο που της έστησες, ενώ τα ποταμόπλοια σε έφερναν κοντά μου. Η φωνή σου μια όαση στην έρημο των ουρλιαχτών και το φιλί σου μπαχάρι στην άνοστη ζωή μου. Μαζί να πάρουμε ξανά το δρόμο των καραβανιών.
Ο έρωτας στην Αλεξάνδρεια δεν έχει τη γεύση των θαλασσοδαρμένων, αλλά κινείται νωχελικά κάτω από το τελευταίο λιοπύρι της μέρας, σέρνοντας τα ξεσκισμένα άλλοτε αυτοκρατορικά μεταξωτά του ιμάτια, στα παλάτια των βασιλιάδων, των ποιητών, των κολασμένων.. Λες και ακόμα ζητιανεύει κάτι από το χαμένο μεγαλείο να ντύσει τα καραβάνια των ερωτευμένων επισκεπτών του


Θα βρεθούμε, έχε μου εμπιστοσύνη σε ένα μακρινό μέλλον
στο πιο τρελό μου όνειρο σε ένα από τα καραβάνια της
να μετρούμε τις ανύπαρχτες σκιές των πυραμίδων.
Να μετρούμε τους κόκκους άμμου στο πιο παράξενο θησαυροφυλάκιο του κόσμου.
Οι καιροί θα αλλάζουν πάνω από τα ιδρωμένα μέτωπα και στις πόλεις του κόσμου
ακόμα θα τρέχουν οι άνθρωποι να προφτάσουν μια ματαιότητα.
Μα εκεί, εγώ και συ, θα περπατάμε με τον ρυθμό που αιώνες τώρα πετούν τα πουλιά
ανάμεσα από τα στενά της Αλεξάνδρειας…
Με τον ρυθμό που αιώνες τώρα καθορίζει τη μοίρα του κόσμου ερήμην της αντίληψης μας.
Ανάλαφρα, σαν μόλις να ακουμπάς
 τα αλαβάστρινα πόδια σου σ’ένα πουπουλένιο πάπλωμα.
Τα βράδια θα κοιμόμαστε με ανοιχτά παράθυρα, ανοιχτές κουρτίνες
κάτω από έναν ανοιχτό ουρανό.
Εκεί στο μοναδικό μέρος του πλανήτη όπου τ’αστέρια σου μιλάνε
ή μάλλον που μπορείς να τα ακούς στη μόνη γλώσσα που γνωρίζουν…
Αυτή της Αλεξάνδρειας…

Σαν μανιακές, τρελαμένες οι αισθήσεις σου
θα δραπετεύσουν από τη φυλακή του καθωσπρέπει πολιτισμού σου
της προγραμματισμένης σου ζωής για να ξεχυθούν
στο ανεξέλεγκτο παζάρι των ερεθισμάτων.
Οσφραίνεσαι και νομίζεις αγγίζεις.
Ατενίζεις και νομίζεις ακούς.
Νιώθεις, νιώθεις…

Ό,τι αγγίζω εκεί είναι άμμος.
Μπορώ να πλάσω ό,τι όνειρο θελήσω.
Μα το βράδυ σαν κλείσουν τα κουρασμένα βλέφαρα έχω την αίσθηση ότι
όλη η πόλη βυθίζεται στην έρημο, επιστρέφει στη Μάνα-Γη
για να αναγεννηθεί με το πρώτο φως της ημέρας.
Γι αυτό σου λέω
Πλάσε ό,τι σκεφτείς.
Η μαγεία της Αλεξάνδρειας είναι ανεξάντλητη.

Ο έρωτας την Αλεξάνδρεια παίρνει το δρόμο των καραβανιών…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου